Translate

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Αλέξανδρος Β. - Ο πολεμιστής...

Στη φωτογραφία εικονίζονται οι φιγούρες ενός πολεμιστή και της γυναίκας του. Κρατιούνται από το χέρι και βρίσκονται σε κορυφή βουνού. Κοιτάζουν το ολόλευκο φως. Ακολουθεί το κείμενο της ανάρτησης: Καταλάγιασε η βουή, μάχες έδωσες πολλές, όχι πάντα νικηφόρες, όχι πάντα σωστές, τριμμένο είδες το σπαθί, το σώμα σου γέμισε ουλές, σε μέρη πήγες άγνωστα, χάθηκε το στράτευμα, θέλησες να φας. Σε χλεύασαν όπου κι αν πας, θέλησες να πιεις. Ήσουν για όλους, ο ρακένδυτος πολεμιστής. Στερήθηκες την περηφάνια, σε κοιτούσαν με λοξή ματιά, δεν απαντούσες σ' όλα αυτά, δύναμη δεν είχες, τριμμένο το σπαθί σου, πληγωμένο το κορμί σου. Κάποιο βράδυ του χειμώνα, ήπιες αρκετά. Του καπηλειού πονηρή η ζεστασιά. Κι όλο το βράδυ έπινες, κι όλο το βράδυ έκλαιγες, δεν τα ήθελα εγώ αυτά, δε ζήτησα τιμές, ούτε της μάχης προσταγές, δεν ήθελα αρώματα ακριβά, ούτε άλογα περσικά. Ήρωα με βάφτισαν, με το ζόρι πολεμιστή με κατάντησαν. Αντί για τα σπαθιά, μ' αρέσαν οι κιθάρες, στις άγριες ιαχές, αναπολούσα αγκαλιές. Κι όλο το βράδυ, κέρναγε ο κάπελας κρασί. Το ήξερε ο ίδιος, το ήξερες κι εσύ. Τα λόγια άκουσε, ενός μέθυσου ποιητή. (Ακριβή η θαλπωρή, ζητάει το σπίτι ζεστό και το σπαθί σκληρό, αψεγάδιαστο θέλει το κορμί, ν' αγαπάς απ' τη καρδιά, καθάρια να 'χεις τη ματιά. Ξεφορτώσου τα κουρέλια κι από ρακένδυτο να σε δει πολεμιστή. Το βλέμμα της μη στρέψει, την αγάπη αλλού να μη γυρέψει. Κι αν ποτέ τη βρεις, ολόψυχα να της δοθείς). Ετικέτες: ποιήματα: Αλέξανδρος Β. Τοποθεσία: Κόρινθος, Ελλάδα. Στιχοποιήματα και κείμενα (blogspot)

Καταλάγιασε η βουή, μάχες έδωσες πολλές,
όχι πάντα νικηφόρες, όχι πάντα σωστές,
τριμμένο είδες το σπαθί, το σώμα σου γέμισε ουλές,
σε μέρη πήγες άγνωστα,
χάθηκε το στράτευμα,
θέλησες να φας.
Σε χλεύασαν όπου κι αν πας,
θέλησες να πιεις.
Ήσουν για όλους, ο ρακένδυτος πολεμιστής.
Στερήθηκες τη περηφάνια, σε κοιτούσαν με λοξή ματιά,
δεν απαντούσες σ' όλα αυτά,
δύναμη δεν είχες, τριμμένο το σπαθί σου,
πληγωμένο το κορμί σου.
Κάποιο βράδυ του χειμώνα, ήπιες αρκετά.
Του καπηλειού πονηρή η ζεστασιά.
Κι όλο το βράδυ έπινες, κι όλο το βράδυ έκλαιγες,
δεν τα ήθελα εγώ αυτά,
δε ζήτησα τιμές,
ούτε της μάχης προσταγές,
δεν ήθελα αρώματα ακριβά,
ούτε άλογα περσικά.
Ήρωα με βάφτισαν,
με το ζόρι πολεμιστή με κατάντησαν.
Αντί για τα σπαθιά, μ' αρέσαν οι κιθάρες,
στις άγριες ιαχές, αναπολούσα αγκαλιές.
Κι όλο το βράδυ, κέρναγε ο κάπελας κρασί.
Το ήξερε ο ίδιος, το ήξερες κι εσύ.
Τα λόγια άκουσε, ενός μέθυσου ποιητή. 
(Ακριβή η θαλπωρή,
ζητάει το σπίτι ζεστό
και το σπαθί σκληρό,
αψεγάδιαστο θέλει το κορμί,
ν' αγαπάς απ' τη καρδιά,
καθάρια να 'χεις τη ματιά.
Ξεφορτώσου τα κουρέλια κι από ρακένδυτο
να σε δει πολεμιστή.
Το βλέμμα της μη στρέψει,
την αγάπη αλλού να μη γυρέψει.
Κι αν ποτέ τη βρεις,
ολόψυχα να της δοθείς).

Αλέξανδρος Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια :