Translate

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Γιούλη Μπάρη-Ποτέ δεν ξέρεις ποια θα είναι η τελευταία φορά







   Ποτέ  δεν   ξέρεις   ποια  θα είναι  η  τελευταία  φορά  που  θα δεις  κάποιον  .  Επιμένεις  να ζεις  με την  ματαιότητα  όμως ,  ότι   θα τον  βλέπεις  για  πάντα .  «Πάντα» .  Πόσο οξύμωρο  .  Κι’ όμως  παρά  την  ειρωνεία  που  προσδίδει  απλόχερα  η  λέξη  αυτή  ,  όλοι  επιμένουμε  πως  το «πάντα»  φτιάχτηκε  για  μας .  Ποτέ  δεν  ξέρεις  ποια  θα είναι  η τελευταία  φορά  που  θα  δεις  κάποιον  .  Αν  το  ξέραμε   αλήθεια  , θα άλλαζε  η συμπεριφορά  μας  προς  αυτούς  ; 
  Το  τέλος  έρχεται  αναπάντεχα  και αθόρυβα  ,  χωρίς  να σε  ρωτήσει  , είτε  είσαι  αυτός  που φεύγει  , είτε αυτός  που μένει  και  πονάει  .  Ο θάνατος  είναι  η  μόνη  σίγουρη έκβαση  . 
  Όλα  αυτά  δεν  τα  ήξερε  , μα  ευχόταν  να μπορούσε  να τα  ξέρει  . Όχι  για  να  αποτρέψει  τον  θάνατο  του  πατέρα  της   ,  ήθελε  να  ξέρει  για  να  μην  έχει  τώρα  τύψεις  ,  ήθελε  να  του  δείξει  πόσο  τον  αγαπάει  ,  ήθελε  να  διαγράψει  με  κάθε  τρόπο  από  την  μνήμη  του  εκείνο  τον  καβγά  . Εκείνος  ο καβγάς  . «Ω ! Πόσο ανούσιος»  σκέφτηκε  .  Σύγκρυο  διαπέρασε  το  κορμί  της  , έφερε  τα  γόνατά  της  στο  στόμα  της  και  ανοίγοντας    τα  δύο  της  χέρια  διάπλατα  αγκάλιασε  το  σώμα της  , το  βλέμμα  της  απλανές  με  δύο χοντρά  δάκρυα  να  κρέμονται  από  τα  κάτω  βλέφαρά  της  και   το  πηγούνι  της  να  χτυπάει  ελαφρά  και  με  ρυθμό  τα πόδια  της ,  « η ζωή  μας  δεν  μας  ανήκει  , είμαστε  άθυρμα  στα χέρια  των  άλλων  , αυτών  που μας  μεγαλώνουν  . Καθορίζεται  από  την  άκαμπτη  αυστηρότητα   αυτών   ,  τις  ιδιοτροπίες   τους   , τις  παραξενιές   τους ,  από  τους  στόχους  που έχουν  για  μας  ,  από τις  βλέψεις  , τα απραγματοποίητα  δικά  τους  όνειρα  που  θέλουν  να  μας  μεταδώσουν , καλλιεργώντας   τα  τόσο  βαθιά  μέσα  μας , φτάνοντας  σε σημείο  να  νομίζουμε   πως  ότι  θέλουμε  να κάνουμε  είναι  αποκλειστικά  δική  μας  επιλογή  .  Είναι  μια  αρχέγονη  ,  ανομολόγητη  κατάρα  ίσως  παλιότερη  και  από  τον  ίδιο τον Θεό  . Και  πάντα  , πάντα  μα  πάντα  αναρωτώμενοι :  Μας   θέλουν ;  Είμαστε  αρκετοί  ;  Μήπως  άθελά μας   αντιδρούμε  αρνητικά  στις  νουθεσίες  τους ;  Μας   αγαπάνε ;  Θα μας  αγαπούσαν  ακόμα  και  αν  επαναστατούσαμε  με  βίαιη  ορμή ,  εκείνη που κατακλύζει  τους εφήβους  ;  Και  αν  δεν  μας  θέλουν  οι γονείς  μας ,  αν  δεν μας  αγαπάνε ,  αν  δεν μας  θέλουν  και  δεν  μας  αγαπάνε    τότε  ποιος  θα μας  θέλει  , ποιος  θα μας  αγαπάει  ;»  Κι ‘όμως  όλες  αυτές  οι βουβές  σκέψεις   , έρχονται  σε  πλήρη  αντιδιαστολή  μ’ αυτό  που  θα  ήθελε  να  είχε  κάνει  , όλα  αυτά  που  θα  ήθελε  να πει  πριν  φύγει  για  πάντα . . .  Τώρα το  «πάντα»  ηχεί  οικείο  , βέβαιο  . . .  Τόσο  τρομακτικά  βέβαιο  !
   Βυθισμένη  στο  πάντα ,  στο  ποτέ , στον  πόνο  και  στο  τίποτα , έφερνε  εικόνες  στο  μυαλό  της  .  Καλοκαιρινές  διακοπές  ,  σχολικές  γιορτές  , να την  φιλάει  στο  μάγουλο  τα  βράδια  και  αυτή  να καμώνεται  πως κοιμάται  ,  να αγωνιά  για το πότε  θα επιστρέψει  ,  να  υποφέρει  όταν  την  ταλαιπωρούσε  μια  ίωση  ,  να αναθεματίζει  όταν  δεν  πήγαιναν  τα πράγματα  όπως  τα ήθελε  για την  κόρη  του  . Τον  θυμόταν  άοκνο  να  ξημερωβραδιάζεται  μαζί  της  κρατώντας  της  το βιβλίο  , έτσι ώστε να πάει  διαβασμένη    στις  εξετάσεις  της  , τον θυμόταν  γελαστό  να  επιστρέφει  με  σοκολάτες  από  την δουλειά  , τον θυμόταν  να  την  πετάει  ψηλά  με  τα  στιβαρά  χέρια  του  και  αυτή  μετά  το  εκτόπισμα  να  του επιστρέφεται  πίσω  με  γέλια  μέχρι  δακρύων  και  έπειτα  χωμένη  στην  αγκαλιά  του  και  σφιγμένη  αδέξια  στα μπράτσα του  , με  το χαμογελαστό  της  πρόσωπο  κολλημένο  στο  δικό του  . «Μπαμπά μου»  πρόφερε  ξέπνοα  και  ξέσπασε  σε  ένα γοερό  , σπαραχτικό  κλάμα  που  πιο πολύ έμοιαζε  με κραυγή  λαβωμένου  ζώου  .  Παραδομένη  στα  αναφιλητά  της  και  στις  ζοφερές  σκέψεις  της   , τίποτα  δεν  θα  την  χαροποιούσε  , τίποτα  , εκτός  ίσως  από  ένα  θαύμα  !
   Σε  λιγότερο  από  μια εβδομάδα  συμπληρώνονται  τρεις  μήνες  από  τον  χαμό  του  και  μόνο  τώρα  ένιωσε  τον  μόχθο του  ,  την  λαχτάρα  του ,  τους  κόπους  του ,  την αγωνία  του  . Τώρα  που έφυγε  και  που αυτή  μετάνιωσε  για τότε  , για’ κείνη  την  παρεξήγηση  που  τώρα  φαντάζει  τόσο  γελοία ,  τόσο  ανώφελη ,  μα  ήταν  εκείνη  που είχε φέρει  την    ρήξη  στην  σχέση τους . Μέσα σ’ αυτούς  τους  τρεις  μήνες  πέρασε  από  όλα  τα στάδια  ,  από τον  πόνο  της  απώλειας  ,  από τον φόβο  ότι  δεν  θα   μπορούσε  να συνεχίσει  δίχως τον αγαπημένο  της  πατέρα  ,  από  την  αδικία  που  της  έκαιγε  τα σωθικά  αναλογιζόμενη  αν  υπάρχει  Θεός  και  επιτέλους  γιατί  την  χρησιμοποίησε  σαν  παιχνίδι ;  Γιατί  την  δοκίμασε  ; Γιατί  αυτήν  και  γιατί  τώρα ; …. Τι σόι Θεός  ήταν  αυτός  που  ευχαριστιόταν  με  την  δίνη  που  περνούσε  ;  Έπειτα  ήρθε  η κατάθλιψη  , η απογοήτευση  ,  η  μοναξιά  ,  η ενοχή  , η πικρία  και  αυτή  η ρημαδιασμένη  η  ζήλια  .  Ζήλευε  που  οι  άλλοι  είχαν τους  αγαπημένους  τους  ,  ενώ εκείνη  όχι  .
    Με μια απότομη  κίνηση  ,  σαν  κάποιος  να την  έσπρωξε  , σηκώθηκε  όρθια  και με  τις  ανάστροφες  των χεριών  της  σκούπισε  τα  πρησμένα  από  το κλάμα  , μάτια της  . Άνοιξε  το  παράθυρο  με  μια  ρομαντική  θα έλεγες  διάθεση  νομίζοντας  πως  το ανοιξιάτικο  αεράκι  θα  έπαιρνε  την  οσμή  της  θλίψης  και  θα το  αντικαθιστούσε  με κάτι  νέο  , ελπιδοφόρο  και ….  Ζωντανό  . Μπροστά  της  ξεχύθηκε  ένας   έναστρος  ουρανός  που μαρτυρούσε  πως  ,  το  δίχως  άλλο  , το  αύριο  θα  ήταν  μια άλλη  μέρα  .  Μια  καινούρια  μέρα  ! 


Γιούλη Μπάρη

1 σχόλιο :