Translate

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Νίκος Καζαντζάκης - Αναφορά στον Γκρέκο -KH’-



Η επιστροφή του Ασώτου

ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΟΤΑΝ, ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ αγώνα και περιπλάνηση στην ξενιτιά, γυρίσει στην πατρίδα κι ακουμπήσει στις πατρικές πέτρες και σβαρνίσει γύρα του με τη ματιά, τα γνώριμα πυκνοκατοικημένα από ντόπια πνέματα και παιδικές θύμησες και νεανικές λαχτάρες τοπία, τον κόβει ξαφνικά κρύος ιδρώτας.
Η επιστροφή στο πατρικό χώμα ταράζει την καρδιά μας· σαν να γυρίζουμε από ανομολόγητες περιπέτειες σε ξένους απαγορεμένους τόπους, και ξάφνου πέρα στην ξενιτιά νιώθουμε βάρος στην καρδιά, τι γυρεύουμε εδώ με τους χοίρους και τρώμε βελάνια, κοιτάζουμε πίσω απ' όπου φύγαμε κι αναστενάζουμε, θυμούμαστε τη ζεστασιά, την καλοπέραση, τη γαλήνη, κι επιστρέφουμε, σαν τον άσωτο υιό, στο μητρικό κόρφο. 
Σε μένα πάντα η επιστροφή αυτή μου 'δινε μια κρυφή ανατριχίλα, πρόγεψη σαν να 'ταν θανάτου, θαρρείς και γύριζα ύστερα από τα κονταροχτυπήματα και τις ασωτείες της ζωής στο μακροπόθητο πατρικό χώμα. 
Θαρρείς κι υπόγειες σκοτεινές δυνάμες, που δεν μπορείς να τους ξεφύγεις, σου μπιστεύτηκαν να εκτελέσεις ορισμένη παραγγελιά και τώρα που γυρίζεις, αυστηρή φωνή ανεβαίνει από το μεγάλο σπλάχνο της γης σου και σε ρωτάει: «Έκαμες αυτό που σου μπιστεύτηκα; Δώσε λογαριασμό!»
Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου.
Είναι φυσικό τον ανήφορο τούτο, που έχει χρέος να πάρει η ψυχή, να τον ξεκρίνει. Κάθε άνθρωπος χαραγμένο βαθύτερα. Απάνω στα χώματα όπου γεννήθηκε. Τα χώματα αυτά που σ' έπλασαν βρίσκουνται σε μυστική επαφή και συνεννόηση με την ψυχή σου· όπως οι ρίζες ξαποστέλνουν στο δέντρο την κρυφή προσταγή ν' ανθίσει και να καρπίσει, για να δικαιωθούν οι ρίζες και να φτάσουν στο τέρμα της πορείας τους, όμοια τα πατρικά χώματα αναθέτουν δύσκολες εντολές στις ψυχές που γέννησαν θαρρείς χώματα και ψυχή πως είναι από την ίδια, ουσία κι επιχειρούν την ίδια έφοδο· κι η ψυχή είναι μονάχα η ακρότατη νίκη.
Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.
Η ψυχή ξέρει πολύ καλά, κι ας κάνει πολλές φορές πως το ξεχνάει, πως έχει να δώσει λόγο στα πατρικά χώματα, δε λέω πατρίδα, λέω πατρικά χώματα· τα πατρικά χώματα είναι κάτι βαθύτερο, πιο σεμνό και λιγομίλητο, καμωμένο από τριμμένα παμπάλαια κόκαλα.
Τούτη είναι η Δευτέρα Παρουσία, η επίγεια, η μόνη, όπου κρίνεται, μέσα στα ζωντανά σου ακόμα σπλάχνα, η ζωή σου· ακούς την αυστηρή δικαιοκρίτρα φωνή ν' ανεβαίνει, από τα προγονικά χώματα κι ανατριχιάζεις. Τι ν' αποκριθείς; Δαγκάνεις τα χείλια και συλλογιέσαι: «Αχ, να 'ταν να ξανάκανα τη ζωή μου!» μα είναι πια αργά, μια φορά για πάντα στην αιωνιότητα μας δίνεται η ευκαιρία, ποτέ πια!
Κι οι παιδικές ακόμα θύμησες που ξεπετιούνται ολούθε πληθαίνουν τον πόνο· μια κρούστα χοντρή έχει περιτυλίξει την ανεβάλλουσα ψυχή μας και την έχει ακινητήσει σε καμπούρες και ζάρες και συνήθειες εξευτελιστικές. Αυτή που λαχτάριζε, στην πολυσάλευτη φλόγα της νιότης, να κυριέψει τον κόσμο και δε χωρούσε στο λαμπρό εφηβικό κορμί της, τώρα, σε μια γωνιά του ζαρωμένου, ταγαριασμένου κορμιού, τουρτουρίζει. 
Του κάκου της καλαναρχούν οι παλιές και νέες σοφίες να υποταχτεί με κατανόηση κι υπομονή στο νόμο της ανάγκης· όμοια, της λεν, άναντρα παρηγορώντας τη, όμοια ορμούν, νικούν. Νικούνται και ξεπέφτουν και τα φυτά και τα ζώα κι οι θεοί. Μα μια δύσκολη ψυχή δεν καταδέχεται τέτοιες παρηγοριές· πως να καταδεχτεί; Ίσια ίσια στο νόμο αυτό της ανάγκης γεννήθηκε να κηρύξει τον πόλεμο.
Κρίσιμη η επιστροφή στην πατρική γης. Σκάζει η βολικιά μπαμπέσικη κρούστα, ανοίγει η καταπαχτή, βουρκολακνάζουν και πηδούν στη συνείδηση όλη οι κάποτε πιθανοί εαυτοί μας που τους σκοτώσαμε, όλα τα καλύτερα εγώ που μπορούσαμε να γίνουμε και δε γίναμε, από τεμπελιά, κακομοιριά κι αναντρία.
Και το μαρτύριο αυτό γίνεται ακόμα πιο αβάσταχτο, όταν η πατρική σου γης είναι ζόρικη κι αβόλευτη. Όταν τα βουνά της κι οι θάλασσες και οι ψυχές, που πλάστηκαν από τέτοιους βράχους και τέτοια αρμύρα, δε σου επιτρέπουν ούτε στιγμή να βολευτείς, να γλυκαθείς, να πεις: «Φτάνει!» Τούτη η Κρήτη έχει κάτι το απάνθρωπο· δεν ξέρω αν αγαπάει και γι' αυτό τυραννάει τα παιδιά της, ένα μονάχα ξέρω: τα μαστιγώνει ίσαμε το αίμα.
Μια μέρα ρώτησαν το σεΐχη Γκλαϊλάν, το γιο του Χαρασά: «Τί πρέπει να κάμουν οι Άραβες, για να μην ξεπέσουν;» Κι αυτός αποκρίθηκε: «Όλα θα πηγαίνουν καλά όσο θα κρατούν στα χέρια τους το σπαθί και θα 'χουν στο κεφάλι τους το σαρίκι και θα τρέχουν καβαλάρηδες!» Αναπνέω τον αέρα της Κρήτης, κοιτάζω τους Κρητικούς, και δεν ξέρω κανέναν άλλο λαό στη γης που ν' ακολούθησε πιο πιστά την περήφανη ετούτη αραβίτικη εντολή.
Στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής, όταν ο νέος, αναμερίζοντας τις πλήθιες του δυνατότητες, διαλέγει μια και μόνη, ταυτίζει μαζί της τη μοίρα του και μπαίνει στην αντρική ηλικία, τη στιγμή εκείνη τρία κρητικά περιστατικά έσωσαν, όχι έσωσαν, προσπάθησαν να σώσουν την ψυχή μου. 
Μπορούν ίσως να σώσουν ψυχές άλλες, και γι' αυτό συμπαθάτε με να τ' αναφέρω. Είναι πολύ απλά, με χοντρή χωριάτικη φλούδα· μα όποιος μπορέσει να σπάσει τη φλούδα, αυτή, θα γευτεί τρεις μπουκιές λιονταρίσιο μυαλό.
α) Ένας βοσκός από τ' Ανώγια, άγριο πετροχώρι στην πλαγιά του Ψηλορείτη, άκουγε τους χωριανούς του να του δηγούνται σημεία και τέρατα για το Μεγάλο Κάστρο (σ.σ. Ηράκλειο). 
Στην πολιτεία αυτή, λέει, βρίσκεις όλα τ' αγαθά του κόσμου: κουκιά με τη σέσουλα, παστό μπακαλιάρο τσουβάλια, βαρέλια τις σαρδέλες και τις καπνιστές ρέγγες· κι ακόμα μαγαζιά τίγκα στιβάνια, κι άλλα που πουλούν τουφέκια όσα θες, σουγιάδες, μαχαίρια και μπαρούτη· κι άλλα που κάθε πρωί ξεφουρνίζουν, φουρνιές φουρνιές, άσπρο ψωμί, φραντζόλα. 
Κι έχει, λέει, ακόμα, σαν βραδιάσει, γυναίκες που δε σε σκοτώνουν, σαν τις Κρητικοπούλες, αν τις αγγίξεις, κι είναι το κρέας τους άσπρο και νόστιμο σαν τη φραντζόλα.
Όλα ετούτα τα θάματα τ' άκουγε ο βοσκός, τα σάλια του έτρεχαν, και το Μεγάλο Κάστρο έλαμπε στη φαντασιά του σαν κρητικός παράδεισος, γεμάτος μπακαλιάρο, τουφέκια και γυναίκες. 
Άκουγε, άκουγε, κι ένα μεσημέρι πια δε βάσταξε, έζωσε σφιχτά το φαρδύ ζωνάρι του, ανακρέμασε στην πλάτη του την πιο καλή, την ξομπλιαστή του βούργια, φούχτωσε το βοσκοράβδι του και ροβόλησε από τον Ψηλορείτη. 
Σε λίγες ώρες αντίκρισε το Μεγάλο Κάστρο· ήταν ακόμα μέρα κι η καστρόπορτα ήταν ανοιχτή. Ο βοσκός στάθηκε στο κατώφλι· μια δρασκελιά, και θα 'μπαινε στον παράδεισο. 
Μα ξαφνικά η ψυχή του τινάχτηκε· σαν να 'νιωσε η ψυχή αυτή πως η πεθυμιά την είχε καβαλήσει, πως δεν έκανε πια ότι ήθελε, δεν ήταν λεύτερη· ντράπηκε. Ζάρωσε ο Κρητικός τα φρύδια, τον πήρε το φιλότιμο.
— Θέλω μπαίνω, θέλω δεν μπαίνω, είπε· δεν μπαίνω!
Γύρισε τη ράχη του στο Κάστρο και πήρε δρόμο πίσω κατά το βουνό.
β) Σ' ένα άλλο χωριό της Κρήτης, στα Λευκά Όρη, Ένας όμορφος λεβέντης πέθανε, κι οι τέσσερις καλύτεροί του φίλοι σηκώθηκαν.
- Πάμε να τον ξενυχτίσουμε, είπαν, ν' αλαφρώσουμε τις γυναίκες από το μοιρολόι;
- Πάμε, έκαμαν όλοι με πνιμένη φωνή.
Ήταν το καλύτερο πολικάρι του χωριού, είκοσι χρονών, κι ο θάνατός του ήταν μαχαιριά στην καρδιά τους.
- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια; είπε ένας· μου 'φεραν σήμερα μια ρακή. Μουρνόρακη, που και νεκρούς ανασταίνει να γεμίσω μια μπουκάλα να την κρατώ;
- Και μένα σήμερα η κερά μου ξεφούρνισε· να πάρω δυο τρεις κριθαροκουλούρες μαζί μου;
- Κι εγώ έχω ακόμα λουκάνικα χοιρινά· να κρατώ καμιά οργιά;
- Εγώ θα φέρω τα ποτήρια, είπε ο τέταρτος· και δυο τρία αγγούρια δροσιστικά.
Πήρε καθένας την κουμάνια του, την έχωσε κάτω από το κοντό τσόχινο καπότο του και βράδυ πια μπήκαν κι οι τέσσερις στο σπίτι του πεθαμένου.
Ο νεκρός, στολισμένος με βασιλικούς και μαντζουράνες, ήταν ξαπλωμένος στην κάσα του, απάνω σε στρίποδα, στη μέση του σπιτιού, με τα πόδια κατά την πόρτα· γύρα του οι γυναίκες μοιρολογιούνταν.
- Αντέστε να κοιμηθείτε, γυναίκες, είπαν οι φίλοι καλησπερίζοντας· εμείς θα τον ξενυχτίσουμε.
Μπήκαν οι γυναίκες μέσα, μαντάλωσαν τις πόρτες. Οι φίλοι ζύγωσαν τα σκαμνιά, απίθωσαν τη ρακή και τους μεζέδες στα πόδια τους και κοίταζαν με βουρκωμένα μάτια το νεκρό. Δε μιλούσαν. Πέρασε μισή ώρα, πέρασε μια ώρα. Τέλος ένας σήκωσε τα μάτια από το νεκρό.
- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, πίνουμε μια;
- Αμ' τί; πεθαμένοι είμαστε; πίνουμε! αποκρίθηκαν όλοι. Έσκυψαν, σήκωσαν τους μεζέδες, ένας άναψε ένα χαρτί. Έψησε τα λουκάνικα. Μοσκομύρισε η νεκροκάμαρα. Γέμισαν τα ποτήρια, τ' αγκάλιασαν μέσα στις φούχτες, για να μην ακούγουνται, και σκούντρηξαν.
- Ο Θεός να τον εσυχωρέσει· και στα δικά μας!
- Και στα δικά μας· ο Θεός να τον εσυχωρέσει!
Ήπιαν μια, δυο, τρεις, έτρωγαν μεζέδες, πήγαν στον πάτο την μπουκάλα, ήρθαν στο κέφι.
Κοίταζαν πάλι το νεκρό· κι άξαφνα ένας τινάχτηκε απάνω:
- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, κι έδειξε με την κόχη του ματιού του το νεκρό· πηδούμεν τον;
- Πηδούμεν τον!
Ανασκούμπωσαν τις φουφούλες, έμπηξαν την άκρα στο ζωνάρι, για να μην τους αμποδάει στο τρέξιμο, μετατόπισαν το νεκρό στο κατώφλι, άνοιξαν την πόρτα της αυλής.
- Χοπ! χοπ! έφτυσαν στις απαλάμες τους, πήραν φόρα κι άρχισαν να πηδούν το νεκρό.
γ) Κι ακόμα ετούτο, το στερνό:
Κοντεύει να ξημερώσει, η μέρα της Λαμπρής. Ο παπα-Καφάτος, μέσα στα βουνά της Κρήτης, τρέχει από χωριό σε χωριό κι ανασταίνει το Χριστό, γρήγορα γρήγορα, γιατί 'ναι πολλά τα χωριά και δεν έχουν παρά αυτό μονάχα παπά και πρέπει να κάμει ανάσταση σε όλα πριν ξημερώσει. 
Ανασκουμπωμένος, φορτωμένος τ' άμφιά του και το βαρύ ασημένιο Βαγγέλιο, σκαρφαλώνει μέσα στην άγια νύχτα στα κατσάβραχα, τρέχει αγκομαχώντας, φτάνει σ' ένα χωριό, ανασταίνει και χιμάει ξεγλωσσισμένος σ' άλλο χωριό.
Στο τελευταίο χωριουδάκι, σφηνωμένο μέσα στους βράχους, οι χωριανοί μαζεμένοι στην εκκλησούλα άναψαν τα καντήλια, κουβάλησαν από τη ρεματιά δάφνες και μυρτιές και στόλισαν τα κονίσματα και την πόρτα· κρατούν σβητά τα κεριά τους και περιμένουν να 'ρθει, ο Μέγας Λόγος ν' ανάψουν.
Και να, μέσα στη σιγαλιά ακούστηκε χαλικισμός, σαν άλογο βιαστικό να σκαρφάλωνε την πλαγιά του βουνού και κυλούσαν οι πέτρες.
- Έρχεται! Έρχεται!
Όλοι, πετάχτηκαν έξω· ρόδιζε πια η ανατολή, ο ουρανός γελούσε. Βαριά ανάσα ακούστηκε, τα τσοπανόσκυλα γάβγισαν χαρούμενα κι όλομεμιας, πίσω από ένα σγουρό πουρνάρι, ξεστηθωμένος, μουσκεμένος από τον ιδρώτα, ξαναμμένος από την τρεχάλα, συνεπαρμένος από τους πολλούς Χριστούς που 'χε αναστήσει, πετάχτηκε μαύρος, απόκοντος, με ξέπλεκα μαλλιά, ο γερο-παπα-Καφάτος.
Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος· έδωκε ένα σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες:
— Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά! φώναξε.
Η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη: ανέστη του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη· δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία· πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά. 
Λύγισαν οι γλωσσικοί νόμοι, έσπασαν ακολουθώντας τη φόρα της ψυχής, δημιουργήθηκαν νόμοι καινούριοι· και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γερο-Κρητικός, δημιουργώντας την καινούρια, λέξη, ένιωθε πως αληθινά ανάσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι, το Χριστό.
Έρωτας ελευτερίας, να μην καταδέχεσαι, μήτε για τον παράδεισο ακόμα, να σκλαβώνεις την ψυχή σου· παιχνίδι παλικαρίσιο απάνω από την αγάπη και τον πόνο, απάνω από το θάνατο· να συντρίβεις τα παλιά καλούπια, και τα πιο ιερά, όταν πια δε σε χωρούν — να οι τρεις μεγάλες φωνές της Κρήτης.
Ότι στα τρία αυτά περιστατικά γεμίζει άδολη χαρά την ψυχή είναι τούτο: δε μιλούν φιλόσοφοι κι ηθικολόγοι εδώ, που με το χουζούρι τους, ακίντυνα, κατασκευάζουν και διαλαλούν υψηλές δύσκολες θεωρίες· απλοί άνθρωποι, Κρητικοί χωριάτες, ακολουθώντας την ορμή του σπλάχνου τους, ανηφορίζουν, χωρίς να λαχανιάζουν, τις πιο αψηλές κορφές που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος — την ελευτερία, την καταφρόνια του θανάτου, τη δημιουργία καινούριου νόμου. 
Εδώ σου ξεσκεπάζεται η τρισεύγενη καταγωγή του ανθρώπου. 
Γιατί βλέπεις πως το δίποδο κτήνος, ακολουθώντας άλλους δρόμους από τους διανοητικούς, κατόρθωσε να γίνει άνθρωπος. Κι έτσι η πορεία σου στο μοιραίο διανοητικό Γολγοθά γίνεται πιο υπεύθυνη· γιατί ξέρεις τώρα, κοιτάζοντας τους Κρητικούς, πως αν δε γίνεις άνθρωπος, φταις εσύ, εσύ μονάχα· γιατί το αψηλό είδος αυτό, ο Άνθρωπος, υπάρχει, παρουσιάστηκε στη γης, και δεν έχει πια κανένα δικαιολογητικό ο ξεπεσμός σου κι η αναντρία.
Στην Κρήτη, μια ψυχή που δεν καταδέχεται να ξεγελάσει τον εαυτό της ή τους άλλους αντικρίζει πρόσωπο με πρόσωπο, όσο πουθενά αλλού, τη μονοβύζα θεά που δεν κάνει χατίρια, που δεν κάθεται στα γόνατα κανενούς, μήτε θεού, μήτε ανθρώπου, την Ευθύνη.
Κάμποσες μέρες γύριζα στα παλιά αγαπημένα λημέρια, όπου πέρασε η νιότη μου· περίπατοι στην άκρα της θάλασσας, το ίδιο δροσερό αγεράκι φυσούσε κατά το βράδυ που φυσούσε στα μαλλιά μου όταν ήταν μαύρα, η ίδια μυρωδιά του γιασεμιού, του βασιλικού, της μαντζουράνας, όταν περνούσα το δειλινό τα στενά δρομάκια κι οι πόρτες ήταν ανοιχτές κι η κοπέλα του σπιτιού πότιζε τις γλάστρες της αυλής...
Αθάνατη η νιότη του αγέρα, της μυρωδιάς, της θάλασσας· μονάχα τα σπίτια γέρασαν κι οι φίλοι μου οι παλιοί· πολλούς δε γνώρισα, πολλοί δε με γνώρισαν, με κοίταξαν μια στιγμή, κάποιον τους θύμιζα, μα ποιόν; βαρέθηκαν να θυμηθούν, προσπέρασαν. Ένας μονάχα, ως με είδε, σήκωσε τα μπράτσα ξαφνιασμένος και σταμάτησε:
- Εσύ 'σαι, παλιέ μου φίλε, φώναξε, εσύ; πως έγινες έτσι;
Καλοθρεμμένος, με μια πίπα στο στόμα αδειανή για ν' ανασαίνει τη μυρωδιά, να ξεγελιέται και να κόψει το κάπνισμα, ο παλιός μου γκαρδιακός φίλος, ο τρίτος που 'χαμε ιδρύσει μαζί τη Φιλική Εταιρεία, με κοίταζε, μ' έψαχνε, με αγκάλιαζε με συγκατάβαση.
- Πως λίγνεψες, πως μαύρισες, τα μάγουλά σου βούλιαξαν, το μέτωπό σου γέμισε ανηφορίσματα και γούβες, τα φρύδια σου θέριεψαν σαν αγκάθια και τα μάτια σου πετούν φωτιά. Τι έπαθες; Ακόμα θα καίγεσαι; Ακόμα θα γυρίζεις τον κόσμο; Ως πότε;
- Όσο να 'μαι ζωντανός. Όταν πια δε θα μπορώ ν' αλλάζω και θα σταθώ μακάριος και πεθαμένος με μια πίπα σβημένη στο στόμα και θα περγελώ τους ζωντανούς.
- Εγώ γέρασα; εγώ πέθανα; έκαμε ο φίλος μου ξεσπώντας σε σουριχτό περιπαιχτικό γέλιο.
Δε μίλησα· ξαφνικά, θλίψη με κυρίεψε κι αγανάχτηση για τον παλιό φίλο μου. Πως τον είχα αγαπήσει! Όταν με τη θεία και κωμική έπαρση της νιότης γυρίζαμε ως τα ξημερώματα τους δρόμους του Μεγάλου Κάστρου, με τι πεποίθηση κι ορμή γκρεμίζαμε και ξαναχτίζαμε τον κόσμο. 
Δε μας χωρούσαν τα τείχη της μικρής μας πολιτείας, μήτε οι ιδέες που μας είχαν μάθει οι δασκάλοι, μήτε μπορούσαμε να βολευτούμε μέσα στις συνηθισμένες χαρές και φιλοδοξίες των ανθρώπων όλο και λέγαμε: «Να σπάσουμε τα σύνορα.» Ποιά σύνορα; δεν ξέραμε· ανοίγαμε μονάχα τα μπράτσα μας, σαν να πλαντούσαμε.
Και τώρα έκλεισε τα μπράτσα ο φίλος μου, αναπνέει άνετα, κι αν έχει ακόμα καμιά παράνομη επιθυμία, μάχεται να την πνίξει, καπνίζοντας μια πίπα χωρίς καπνό.
— Τί πήγες να κάμεις εκεί πέρα στη Ρουσία; με ρώτησε ο πατέρας μου το πρώτο βράδυ που έφτασα.
Με ταυροκοίταξε, με βίας κρατούσε το θυμό του. Περίμενε, χρόνους τώρα, ν' ανοίξω γραφείο, ν' αρχίσω τις περιοδείες στα χωριά, να κάνω βάφτισες και κουμπαριές, να πληθύνουν οι φίλοι, κι ύστερα να βάλω κάλπη και να βγω βουλευτής· και τώρα μ' έβλεπε να γυρίζω τον κόσμο κι είχε ακουστά πως γράφω, λέει, βιβλία. «Τί βιβλία; με ρώτησε την τελευταία φορά που τον είδα· τι παραμύθια, ραβασάκια, αμανέδες; δεν ντρέπεσαι; Μόνο οι μουνούχοι κι οι καλόγεροι γράφουν· συμμαζέψου πια στον τόπο σου, άντρας είσαι, κάνε αντρίκεια δουλειά.»
Και τώρα μου 'ριξε μια λοξή ματιά και τα χείλια του σούριξαν:
— Για μπας και μου γίνηκες και του λόγου σου μπολσεβίκος; Μήτε Θεός, μήτε πατρίδα, μήτε τιμή, έμπατε σκύλοι αλέστε;
Είπα, καλή η στιγμή να του ξηγήσω τι γίνεται στη Ρουσία και τι κόσμος χτίζεται εκεί πέρα καινούριος. Άρχισα λοιπόν με λόγια απλά να του στορώ πως εκεί πέρα πια δεν υπάρχουν μήτε πλούσιοι μήτε φτωχοί, όλοι δουλεύουν κι όλοι τρώνε, δεν υπάρχουν πια αφεντικά και δούλοι, όλοι αφέντες· καινούρια ανθρωπότητα, ανώτερη ηθική, πιο τίμια τιμή, καινούρια οικογένεια, η Ρουσία πάει μπροστά και δείχνει το δρόμο· κι όλος ο κόσμος θα την ακολουθήσει, να βασιλέψει επιτέλους δικαιοσύνη κι ευτυχία στη γης.
Είχα πάρει φόρα, κήρυχνα· κι ο πατέρας με άκουγε, δε μιλούσε, έστριβε ένα τσιγάρο, το χαλνούσε, το ξανάστριβε και δεν έπαιρνε απόφαση να το ανάψει. 
«Δόξα σοι ο Θεός, σολλογίστηκα, κατάλαβε.» Άξαφνα άπλωσε νευριασμένος το μπράτσο και σώπασα. Κούνησε το κεφάλι:
— Αυτά που λες, καλά κι άγια· μα αν γίνουν;
Πάει να πει: Λέγε, λέγε, σαν δε βαριέσαι λόγια είναι, αρλούμπες, ζημιά δεν κάνουν μα το νου σου, κακομοίρη, μην πας και τα κάμεις πράξη!
Μακάρι αλήθεια να μπορούσα να κάμω τα λόγια ετούτα πράξη· μα φοβόμουν δε θα μπορούσα· είχε ξεθυμάνει μέσα μου η άγρια δύναμη της γέννας μου, το κουρσάρικο καράβι του πρόπαππου είχε βουλιάξει, η πράξη κατάντησε λόγος, το αίμα μελάνι, κι αντί να κρατώ κοντάρι να πολεμώ, κρατούσα ένα μικρό κοντυλοφοράκι κι έγραφα. 
Η επαφή με τους ανθρώπους μ' ενοχλούσε, ελάττωνε τη δύναμή μου και την αγάπη· μονάχα όταν ήμουν μόνος και συλλογίζουμουν τη μοίρα του ανθρώπου, η καρδιά μου ξεχείλιζε συμπόνια κι ελπίδες.
Όμως τώρα, γυρίζοντας από το κοσμογονικό σοβιέτικο αργαστήρι, πήρα κουράγιο· δεν μπορεί ο άνθρωπος, έλεγα, να νικήσει τις κακομοιριές του και τις ατέλειες; μπορεί· ντροπή να δέχουμαι παθητικά ότι μου 'δωκε η φύση· θα σηκώσω κεφάλι! Κι ίσια ίσια, τη στιγμή που τον είχα ανάγκη, βρέθηκε ένας πλούσιος θείος, μου 'δωκε ένα ποσό να μη γυρίζω πια, λέει, ρέμπελος τον κόσμο, μα να στρωθώ στη δουλειά, ν' ανοίξω δικηγορικό γραφείο, να γίνω βουλευτής, μπορεί κι υπουργός μια μέρα και να δοξάσω τ' όνομα του σογιού μου. 
Ήμουν, μαθές, ο πρώτος γραμματισμένος της γέννας, ο πρώτος που άνοιξε βιβλίο και διάβασε· έχω λοιπόν χρέος.
Το γύριζα, το ξαναγύριζα στο νου μου· όχι, δεν μπορώ ακόμα, πλαντώ, να κλειστώ σε γραφείο· θα μπω στην πρακτική ζωή από άλλο δρόμο. Ποιόν; δεν κάτεχα. Στρατολογούσα με το νου μου εργάτες, να ζευτούμε, λέει, μαζί σ' ένα έργο, να τρώμε μαζί το ίδιο φαΐ, να φορούμε τα ίδια ρούχα, να μην υπάρχει αφεντικό κι εργάτες, να μην είναι εργάτες, να 'ναι συνεργάτες, με τα ίδια με μένα δικαιώματα.
Είχα δα γυρίσει από τη Ρουσία κι ήθελα κι εγώ να κάμω τη μικροσκοπική ετούτη απόπειρα να βγω από το φιλντισένιο πύργο μου και να δουλέψω με ανθρώπους.
Τότε, σαν να 'χε λες η Μοίρα κέφι να παίξει, γνώρισα ένα γερο-εργάτη μιναδόρο, το Ζορμπά.

(Αντιγραφή/ Επιμέλεια : Αθανάσιος Γιάννης, Λειψία, Γερμανία, Ιανουάριος 2008) 

Πηγή: 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου