Translate

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Έζρα Πάουντ - Η μπαλάντα του όμορφου συντρόφου

Αναμμένος φάρος, σε νύχτα με συννεφιασμένο ουρανό και πανσέληνο. Ακολουθεί το κείμενο: Για το σταυρό και τους ραβίνους δε χάσαμε τον ομορφότερό μας σύντροφο; Εκείνον που αγάπησε τους μαχητές, τα γερά σκαριά και τις ανοιχτές θάλασσες.   Σαν ήρθανε τα πλήθη να αιχμαλωτίσουνε τον Άνθρωπό μας να τον έβλεπες μονάχα πως χαμογελούσε. «Πρώτα ν’ αφήσετε να φύγουν οι υπόλοιποι» έτσι τους είπε ο όμορφός μας σύντροφος «αλλιώς θα είσαστε καταραμένοι…»   Έτσι μας έδιωξε ανάμεσα από τις λόγχες τους, έτσι γελοιοποίησε τη συμμορία «γιατί δε με συλλάβατε» τους είπε «τότε που μόνος μες στην πόλη περπατούσα;»   Την τελευταία φορά που μας συντρόφευσε ήπιαμε στην υγειά του φίνο κόκκινο κρασί γιατί ήταν ο πιο άνθρωπος απ’ τους ανθρώπους, γιατί δεν ήτανε παχύς παπάς κι ευνούχος.   Τον είδα με μια τριχιά στο χέρι να κυνηγάει καμιά εκατοστή εμπόρους, γιατί -μη σας ξαφνιάζει- το τίμιο κι αγιασμένο σπίτι του το καταντήσανε παζάρι και χρηματιστήριο.   Δε θα τη βρείτε, δε χωράει στα βιβλία η ζωή του, όσο περίτεχνα κι αν γράφονται. Δεν είναι ποντικός στα κιονόκρανα ο όμορφός μας σύντροφος που αγαπούσε τις ανοιχτές θάλασσες.   Γελιούνται παράφορα όσοι νομίζουν πως παγιδέψανε τον όμορφό μας σύντροφο· «πηγαίνω στη γιορτή» μας είπε «παρ’ όλο που πηγαίνω στην αγχόνη. Είδατε πως θεράπευσα κουτσούς κι αόμματους, πως ανάστησα νεκρούς» μας είπε «τώρα θα δείτε κάτι ανώτερο: πως πεθαίνει στο σταυρό ένας γενναίος».   Ο γιος του θεού, ο όμορφός μας σύντροφος, μας κάλεσε να γίνουμε αδέρφια του. Τον είδα να τρομάζει χίλιους άντρες. Τον είδα σταυρωμένο.   Δεν έβγαζε μιλιά όταν του κάρφωναν τα χέρια, όταν ανάβλυζε το αίμα του ζεστό. Όταν αλυχτούσαν τα βρωμόσκυλα του κόκκινου ουρανού ο όμορφός μας σύντροφος δεν έβγαζε μιλιά.   Τον είδα στα υψώματα της Γαλιλαίας να τρομάζει χίλιους άντρες· περνούσε ήρεμος ανάμεσά τους κι εκείνοι κλαψουρίζανε κι ήταν τα μάτια του ωραία σαν τη γαλάζια θάλασσα. Σαν θάλασσα φουρτουνιασμένη που δεν ανέχεται ταξίδια. Σαν της Γεννησαρέτ τη θάλασσα που την υπόταξε με δυό του λέξεις.   Τον Κύριο, τον όμορφό μας σύντροφο, της θάλασσας τ’ αδέρφι και τ’ ανέμου, γελιούνται αιωνίως, φίλε μου, όσοι νομίζουν πως τον έχουν θανατώσει.   Τον είδα να τρώει γλυκιά κερήθρα κι ας τον είχανε πριν μέρες σταυρωμένο.
 
Για το σταυρό και τους ραβίνους
δε χάσαμε τον ομορφότερό μας σύντροφο;
Εκείνον που αγάπησε τους μαχητές,
τα γερά σκαριά και τις ανοιχτές θάλασσες.
 
Σαν ήρθανε τα πλήθη
να αιχμαλωτίσουνε τον Άνθρωπό μας
να τον έβλεπες μονάχα πως χαμογελούσε.
«Πρώτα ν’ αφήσετε να φύγουν οι υπόλοιποι»
έτσι τους είπε ο όμορφός μας σύντροφος
«αλλιώς θα είσαστε καταραμένοι…»
 
Έτσι μας έδιωξε ανάμεσα από τις λόγχες τους,
έτσι γελοιοποίησε τη συμμορία
«γιατί δε με συλλάβατε» τους είπε
«τότε που μόνος μες στην πόλη περπατούσα;»
 
Την τελευταία φορά που μας συντρόφευσε
ήπιαμε στην υγειά του φίνο κόκκινο κρασί
γιατί ήταν ο πιο άνθρωπος απ’ τους ανθρώπους,
γιατί δεν ήτανε παχύς παπάς κι ευνούχος.
 
Τον είδα με μια τριχιά στο χέρι
να κυνηγάει καμιά εκατοστή εμπόρους, γιατί
-μη σας ξαφνιάζει- το τίμιο κι αγιασμένο σπίτι του
το καταντήσανε παζάρι και χρηματιστήριο.
 
Δε θα τη βρείτε, δε χωράει στα βιβλία η ζωή του,
όσο περίτεχνα κι αν γράφονται.
Δεν είναι ποντικός στα κιονόκρανα
ο όμορφός μας σύντροφος
που αγαπούσε τις ανοιχτές θάλασσες.
 
Γελιούνται παράφορα όσοι νομίζουν
πως παγιδέψανε τον όμορφό μας σύντροφο·
«πηγαίνω στη γιορτή» μας είπε
«παρ’ όλο που πηγαίνω στην αγχόνη.
Είδατε πως θεράπευσα κουτσούς κι αόμματους,
πως ανάστησα νεκρούς» μας είπε
«τώρα θα δείτε κάτι ανώτερο:
πως πεθαίνει στο σταυρό ένας γενναίος».
 
Ο γιος του θεού, ο όμορφός μας σύντροφος,
μας κάλεσε να γίνουμε αδέρφια του.
Τον είδα να τρομάζει χίλιους άντρες.
Τον είδα σταυρωμένο.
 
Δεν έβγαζε μιλιά όταν του κάρφωναν τα χέρια,
όταν ανάβλυζε το αίμα του ζεστό.
Όταν αλυχτούσαν τα βρωμόσκυλα
του κόκκινου ουρανού
ο όμορφός μας σύντροφος δεν έβγαζε μιλιά.
 
Τον είδα στα υψώματα της Γαλιλαίας
να τρομάζει χίλιους άντρες·
περνούσε ήρεμος ανάμεσά τους
κι εκείνοι κλαψουρίζανε
κι ήταν τα μάτια του ωραία
σαν τη γαλάζια θάλασσα.
Σαν θάλασσα φουρτουνιασμένη
που δεν ανέχεται ταξίδια.
Σαν της Γεννησαρέτ τη θάλασσα
που την υπόταξε με δυό του λέξεις.
 
Τον Κύριο, τον όμορφό μας σύντροφο,
της θάλασσας τ’ αδέρφι και τ’ ανέμου,
γελιούνται αιωνίως, φίλε μου,
όσοι νομίζουν πως τον έχουν θανατώσει.
 
Τον είδα να τρώει γλυκιά κερήθρα
κι ας τον είχανε πριν μέρες σταυρωμένο.
 
Διαβάστε επίσης: Έζρα Πάουντ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου