Translate

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Σύλβια Πλαθ - Ερωτικό γράμμα

Γυναίκα με συνοδεία άστρων, αιωρείται πάνω από το κρεβάτι της. Ακολουθεί το κείμενο: Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.  Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,  Αν και, όπως μια πέτρα, αυτό δεν μ` ενοχλούσε,  Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια  Δεν είναι ότι μ` έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—  Ούτε ότι μ` άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου  Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,  Κατανόησης της κυανότητας, ή των αστεριών     Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα: ένα φίδι  Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος  Στον λευκό υατό του χειμώνα—  Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ  Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα  Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λειώσουν  Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάμματα,  Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,  Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.  Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.     Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.  Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας  Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη  Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν  Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.  Δεν ήξερα τι να υποθέσω.  Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα  Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου, σαν υγρό  Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.  Δεν ξεγελάστηκα. Σε γνώρισα αμέσως.     Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.  Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.  Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:  Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο, ένα πόδι.  Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.  Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας  Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου  Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.
 
Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
Αν και, όπως μια πέτρα, αυτό δεν μ` ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια
Δεν είναι ότι μ` έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—
Ούτε ότι μ` άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας, ή των αστεριών

Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα: ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
Στον λευκό υατό του χειμώνα—
Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λειώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάμματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου, σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε γνώρισα αμέσως.

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο, ένα πόδι.
Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.

Διαβάστε επίσης: Σύλβια Πλαθ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου