Translate

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε - Φάουστ [απόσπασμα]

Το εξώφυλλο, ίσως της πρώτης έκδοσης του Φάουστ. Ακολουθεί το κείμενο: Ο ΦΑΟΥΣΤ είναι πιθανότατα ιστορικό πρόσωπο που έζησε το 16ο αιώνα στη Γερμανία και αποτελεί χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του ανήσυχου και ερευνητικού πνεύματος του ανθρώπου της Αναγέννησης. Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος που περιόδευε στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και εμφανιζόταν ως γιατρός, αλχημιστής, αστρολόγος, θαυματοποιός και μάγος. Γρήγορα απόχτησε μεγάλη φήμη και τα κατορθώματά του έγιναν λαϊκός θρύλος. Το 1587 μάλιστα τυπώθηκε και μια λαϊκή φυλλάδα που απέδιδε τα κατορθώματά του στη συμμαχία του με το Διάβολο, στον οποίο είχε πουλήσει την ψυχή του. Αναπλάθοντας αυτούς τους θρύλους δυο αιώνες αργότερα ο Γκαίτε δημιουργεί το δικό του Φάουστ, ένα από τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το πρώτο μέρος —που είναι και το πιο σημαντικό— δημοσιεύτηκε το 1808. Στην ποιητική αυτή σύνθεση που έχει θεατρική μορφή με υπόθεση και δράση χωρισμένη σε σκηνές, με πρόσωπα και με βαθιές φιλοσοφικές προεκτάσεις, ο Γκαίτε κάνει τον Φάουστ αιώνιο σύμβολο της τιτανικής βούλησης του ανθρώπου και της ακόρεστης επιθυμίας του να γνωρίσει όλα τα μυστικά και να δώσει απάντηση, σε όλα τα προβλήματα της ζωής. Το απόσπασμα που ακολουθεί ανήκει στον πρώτο μονόλογο του Φάουστ.     Αχ! σπούδασα φιλοσοφία και νομική και γιατρική, και αλί μου και θεολογία με κόπο και μ' επιμονή· και να με δω με τόσα φώτα, εγώ μωρός, όσο και πρώτα! Με λένε μάγιστρο, ακόμα δόκτορα, και σέρνω δέκα χρόνια τώρα από τη μύτη εδώ κι εκεί τους μαθητές μου — και το βλέπω δεν μπορεί κανένας κάτι να γνωρίζει! Λες την καρδιά μου αυτό φλογίζει. Ναι, πιότερα ξέρω παρά όλοι μαζί, γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, σοφοί· δισταγμοί, υποψίες δε με ταράζουν, κόλασες, διάολοι δε με τρομάζουν — έτσι όμως κι η χαρά μού είναι φευγάτη, δεν το φαντάζομαι πως ξέρω κάτι καλό στον κόσμο να το διδάξω, να τον φωτίσω, να τον αλλάξω. Ούτ' έχω δα καλά και πλούτο, δόξα, τιμές στον κόσμο τούτο. Μήτε σκυλί έτσι θα 'θελα να ζει! Γι' αυτό έχω στη μαγεία παραδοθεί, μήπως το πνεύμα το στόμα ανοίξει κι η δύναμή του μη μου δείξει κάποια μυστήρια, ώστε άλλο εδώ να μην παιδεύουμαι να πω ό,τι δεν ξέρω, να γνωρίσω τι βαθιά τον κόσμο συγκρατεί, κάθε αφορμή και σπόρο ν' αντικρίσω και κούφια λόγια πια να μην πουλήσω. Να 'βλεπες, φως του φεγγαριού, τον πόνο μου στερνή φορά, τις ώρες του μεσονυχτιού, που εδώ σε πρόσμενα συχνά, πώς σε βιβλία, χαρτιά σωρό σύντροφο σ' είχα θλιβερό: Αχ! να μπορούσα στις ψηλές μ' εσέ ν' ανέβαινα κορφές, με στοιχειά στα σπήλαια να πετούσα, στο θάμπος σου λιβάδια να γυρνώ, κάθε γνώσης τινάζοντας καπνό στο δρόσος σου να ξαρρωστούσα!
Φωτογραφία: Heritage Book Shop
Ο ΦΑΟΥΣΤ είναι πιθανότατα ιστορικό πρόσωπο που έζησε το 16ο αιώνα στη Γερμανία και αποτελεί χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του ανήσυχου και ερευνητικού πνεύματος του ανθρώπου της Αναγέννησης. Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος που περιόδευε στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και εμφανιζόταν ως γιατρός, αλχημιστής, αστρολόγος, θαυματοποιός και μάγος. Γρήγορα απόχτησε μεγάλη φήμη και τα κατορθώματά του έγιναν λαϊκός θρύλος. Το 1587 μάλιστα τυπώθηκε και μια λαϊκή φυλλάδα που απέδιδε τα κατορθώματά του στη συμμαχία του με το Διάβολο, στον οποίο είχε πουλήσει την ψυχή του. Αναπλάθοντας αυτούς τους θρύλους δυο αιώνες αργότερα ο Γκαίτε δημιουργεί το δικό του Φάουστ, ένα από τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το πρώτο μέρος —που είναι και το πιο σημαντικό— δημοσιεύτηκε το 1808. Στην ποιητική αυτή σύνθεση που έχει θεατρική μορφή με υπόθεση και δράση χωρισμένη σε σκηνές, με πρόσωπα και με βαθιές φιλοσοφικές προεκτάσεις, ο Γκαίτε κάνει τον Φάουστ αιώνιο σύμβολο της τιτανικής βούλησης του ανθρώπου και της ακόρεστης επιθυμίας του να γνωρίσει όλα τα μυστικά και να δώσει απάντηση, σε όλα τα προβλήματα της ζωής. Το απόσπασμα που ακολουθεί ανήκει στον πρώτο μονόλογο του Φάουστ.

Αχ! σπούδασα φιλοσοφία
και νομική και γιατρική,
και αλί μου και θεολογία
με κόπο και μ' επιμονή·
και να με δω με τόσα φώτα,
εγώ μωρός, όσο και πρώτα!
Με λένε μάγιστρο, ακόμα δόκτορα,
και σέρνω δέκα χρόνια τώρα
από τη μύτη εδώ κι εκεί
τους μαθητές μου — και το βλέπω δεν μπορεί
κανένας κάτι να γνωρίζει!
Λες την καρδιά μου αυτό φλογίζει.
Ναι, πιότερα ξέρω παρά όλοι μαζί,
γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, σοφοί·
δισταγμοί, υποψίες δε με ταράζουν,
κόλασες, διάολοι δε με τρομάζουν —
έτσι όμως κι η χαρά μού είναι φευγάτη,
δεν το φαντάζομαι πως ξέρω κάτι
καλό στον κόσμο να το διδάξω,
να τον φωτίσω, να τον αλλάξω.
Ούτ' έχω δα καλά και πλούτο,
δόξα, τιμές στον κόσμο τούτο.
Μήτε σκυλί έτσι θα 'θελα να ζει!
Γι' αυτό έχω στη μαγεία παραδοθεί,
μήπως το πνεύμα το στόμα ανοίξει
κι η δύναμή του μη μου δείξει
κάποια μυστήρια, ώστε άλλο εδώ
να μην παιδεύουμαι να πω
ό,τι δεν ξέρω, να γνωρίσω τι
βαθιά τον κόσμο συγκρατεί,
κάθε αφορμή και σπόρο ν' αντικρίσω
και κούφια λόγια πια να μην πουλήσω.
Να 'βλεπες, φως του φεγγαριού,
τον πόνο μου στερνή φορά,
τις ώρες του μεσονυχτιού,
που εδώ σε πρόσμενα συχνά,
πώς σε βιβλία, χαρτιά σωρό
σύντροφο σ' είχα θλιβερό:
Αχ! να μπορούσα στις ψηλές
μ' εσέ ν' ανέβαινα κορφές,
με στοιχειά στα σπήλαια να πετούσα,
στο θάμπος σου λιβάδια να γυρνώ,
κάθε γνώσης τινάζοντας καπνό
στο δρόσος σου να ξαρρωστούσα!

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου