Γιάννης Σκαρίμπας - Το καράβι
ΕΙΠΕ μου, αγάπη μου, για ένα καράβι
Θολό που ολομόναχο πάει.
Χρυσά, για ‘να πλοίο, τα φώτα που ανάβει
Στα χάη…
Θολό που ολομόναχο πάει.
Χρυσά, για ‘να πλοίο, τα φώτα που ανάβει
Στα χάη…
Γι’ αυτό μόνον, ‘Πε μου και για –που να βγαίνει-
Μια Σελήνη θεόρατη, είπε μου
- κι αυτό να τραβάει, να τραβάει, να πηγαίνει
Θεέ μου!
Μια Σελήνη θεόρατη, είπε μου
- κι αυτό να τραβάει, να τραβάει, να πηγαίνει
Θεέ μου!
Και ύστερα άρχισε (τα σκότη ως θα ζώνουν)
Να μου λες, να μου λες – καθώς πρώτα-
Για κείνα που άναψε –χρυσά – να μαργώνουν
Τα φώτα
Για κείνα που άναψε –χρυσά – να μαργώνουν
Τα φώτα
Αγάπη μου, αγάπη μου, το πλοίο με πλώρη
Θολή κι η θεόρατη εκείνη
- φωτιά π’ ανεβαίνει απ’ τα δάση απ’ τα όρη-
η Σελήνη.
Θολή κι η θεόρατη εκείνη
- φωτιά π’ ανεβαίνει απ’ τα δάση απ’ τα όρη-
η Σελήνη.
Και σώπασε πάλι και πάλι άρχισέ μου
Το καράβι, να μου λες, αν το ζώνει
Ακόμα η νύχτα, ακόμα αν – Θεέ μου! -
Μαργώνει.
Το καράβι, να μου λες, αν το ζώνει
Ακόμα η νύχτα, ακόμα αν – Θεέ μου! -
Μαργώνει.
Και ύστερα μείνε –κι εγώ- σ’ ένα δρόμο
Και –τι όνειρο στο σβήσε και στ’ άψε!-
Το κεφάλι ακουμπώντας –ολόρθη- στον ώμο
Μου κλάψε…
Και –τι όνειρο στο σβήσε και στ’ άψε!-
Το κεφάλι ακουμπώντας –ολόρθη- στον ώμο
Μου κλάψε…
Διαβάστε επίσης: Γιάννης Σκαρίμπας
Πηγή: Ποιείν

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου