Translate

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Ντέιβιντ Χιουμ - Μέρος III/Διάλογοι για τη Φυσική Θρησκεία

Στη φωτογραφία εικονίζεται ο Ντέιβιντ Χιουμ.
Ντέιβιντ Χιουμ
 

I

Νέα επιχειρήματα του Κλεάνθη υπέρ της αναλογίας και νέες αντιρρήσεις του Φίλωνος

-- Πώς το πιο άλογο επιχείρημα, απάντησε ο Κλεάνθης, στα χέρια ενός ανθρώπου με αγχίνοια και επινοητικότητα είναι δυνατόν να αποκτήσει μιαν όψη ευλογοφανείας! Δεν ξεύρεις άραγε, Φίλων, ότι για τον Κοπέρνικο και τους πρώτους οπαδούς του κατέστη αναγκαίο ν' αποδείξουν την ομοιότητα της γήινης και της ουράνιας ύλης, επειδή καποιοι φιλόσοφοι, τυφλωμένοι από τα παλιά συστήματα και υποστηριζόμενοι από ορισμένα φαινόμενα των αισθήσεων, είχαν αρνηθεί αυτή την ομοιότητα; Αλλά ότι δεν είναι καθόλου αναγκαίο, οι θεϊστές να αποδεικνύουν την ομοιότητα των έργων της φύσεως προς αυτά της τέχνης, διότι η ομοιότητα αυτή είναι προφανής και αναμφισβήτητη; Η ίδια ύλη, μια παρόμοια μορφή: Τί περισσότερο απαιτείται για να δείξει μια αναλογία μεταξύ των αιτιών τους και για να επιβεβαιώσει την απαρχή όλων των πραγμάτων από έναν θείο σκοπό και πρόθεση; Οι αντιρρήσεις σου, πρέπει να σου πω ελεύθερα, δεν είναι καλύτερες από τις δυσνόητες μικρολογίες αυτών των φιλοσόφων που αρνούνται την κίνηση· και πρέπει να ανασκευάζονται με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με εικόνες, παραδείγματα και περιπτώσεις, παρά με σοβαρά επιχειρήματα και φιλοσοφία.

Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι μια έναρθρη φωνή ακουγόταν στα νέφη, πολύ δυνατότερη και μελωδικότερη απ' όσο οποιαδήποτε ανθρώπινη φωνη θα μπορούσε να είναι. Φαντάσου πως αυτή η φωνή εξαπλώνονταν την ίδια στιγμή, πάνω απ' όλα τα έθνη και μιλούσε σε κάθε έθνος στη δική του γλώσσα και διάλεκτο. Φαντάσου ότι ο λόγος του μηνύματος δεν θα περιείχε μόνο μια σωστή έννοια και σημασία, αλλά θα μετέφερε κάποια διδαχή εντελώς αντάξια ενός ευμενούς όντος, ανώτερου από την ανθρωπότητα. Θα σου ήταν δυνατό να διστάσεις για μια στιγμή σχετικά με την αιτία αυτής της φωνής; Και δεν πρέπει ευθύς να την προσγράψεις σε κάποιο σχέδιο ή σκοπό; Ωστόσο δεν μπορώ παρά να δω ότι όλες οι ίδιες αντιρρήσεις (αν αξίζουν αυτή την ονομασία) που έχουν εγερθεί ενάντια στο σύστημα του θεϊσμού μπορούν επίσης να προβληθούν και γι' αυτό το συμπέρασμα.
Δεν θα μπορούσες να πεις, πως όλα τα συμπεράσματα που αφορούν στα γεγονότα είναι βασισμένα στην εμπειρία; Πως όταν ακούμε μιαν αρθρωμένη φωνή στο σκότος, και απ' αυτό συμπεραίνουμε την παρουσία ενός ανθρώπου, είναι μόνο η ομοιότητα των αποτελεσμάτων που μας οδηγεί να συμπεράνουμε πως υπάρχει μια ομοιότητα στην αιτία, αλλά πως αυτή η εκπληκτική φωνή, λόγω της εντάσεώς της, της εξάπλωσής της και της προσαρμοστικοτητάς της σ' όλες τις γλώσσες έχει τόσο μικρή αναλογία προς οποιαδήποτε ανθρώπινη φωνή, ώστε δεν έχουμε λόγο να υποθέσουμε οποιαδήποτε αναλογία στις αιτίες τους· και, συνεπώ>ς, ότι ένας λογικός, σοφός, συνεπής λόγος, προήλθε ξεύρεις από πού, από κάποιο τυχαίο σφύριγμα των ανέμων, όχιαπό κάποια θεία λογική ή διάνοια; Βλέπεις ξεκάθαρα τις δικές σου αντιρρήσεις μέσα σ' αυτές τις μικρολογίες· κι ελπίζω επίσης πως βλέπεις καθαρά ότι δεν είναι δυνατό να έχουν μεγαλύτερη δύναμη στη μια περιπτωση απ' ό,τι στην άλλη.
Αλλά, για να φέρω την περίπτωση ακόμη πλησιέστερα στην παρούσα του σύμπαντος, θα κάνω δυο υποθέσεις, που δεν περιέχουν τίποτε παράλογο ή αδύνατο. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μια φυσική, καθολική, χωρίς παραλλαγές γλώσσα, κοινή σε κάθε άτομο της ανθρώπινης φυλής, και πως τα βιβλία είναι φυσικά προϊόντα, που διαιωνίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα ζώα και τα φυτά, με γενεά και πολλαπλασιασμό. Αρκετές εκφράσεις των παθών μας περιέχουν μια καθολική γλώσσα· όλα τα άγρια θηρία έχουν μια φυσική λαλιά, που, οσοδήποτε περιορισμένη, είναι απόλυτα κατανοητή στο δικό τους είδος. Κι όπως υπάρχουν αμέτρητα λιγότερα μέρη και αμέτρητα λιγότερη τέχνη στις λεπτότερες συνθέσεις της ρητορικής λογοτεχνίας απ' ό,τι στο χονδροειδέστατο οργανωμένο σώμα, η διάδοση μιας Ιλιάδος ή μιας Αινειάδος είναι ευκολότερη υπόθεση απ' αυτή οποιουδήποτε φυτού ή ζώου.
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι εισέρχεσαι στη βιβλιοθήκη σου, κατοικημένη μ' αυτό τον τρόπο από φυσικούς τόμους, που περιέχουν την πιο διυλισμένη λογική και την εκλεκτότερη ομορφιά. Θα σου ήταν δυνατό να ανοίξεις έναν από αυτούς τους τόμους και να αμφιβάλεις για το ότι η πρωταρχική του αιτία είχε τη δυνατότερη αναλογία προς το νου και τη διάνοια; ΄Οταν προσφέρει λόγους και συζητεί, όταν κάνει παρατηρήσεις, επιχειρηματολογεί και επιβάλλει τις απόψεις του και τους τόπους του· όταν εφαρμόζεται κάποτε στην καθαρή νόηση, κάποτε στα αισθήματα· όταν συλλέγει, τακτοποειεί και κοσμεί κάθε ταιριαστή προς το θέμα θεώρηση, θα μπορούσες να εμμείνεις στην θέση σου ότι όλ' αυτά, στο βάθος, δεν είχαν στην πραγματικότητα καμιά σημασία και ότι ο πρώτος σχηματισμός αυτού του τόμου στα σπλάγχνα του πρώτου γονιού του δεν προήλθε από σκέψη και σκοπό; Το πείσμα σου, το ξεύρω καλά, δεν φτάνει σ' αυτό το σημείο σταθερότητας· ακόμη και το σκεπτικιστικό σου παιχνίδι και η αχαλινωσία δεν θα έμεναν απτόητα απέναντι σε έναν τόσο εκθαμβωτικό παραλογισμό.
Αλλά, εάν υπάρχει μια διαφορά, Φίλων, μεταξύ αυτής της υποτιθέμενης περιπτώσεως και της πραγματικής του σύμπαντος, είναι όλη υπέρ της δεύτερης. Η ανατομία ενός ζώου προσφέρει πολλά ισχυρότερα παραδείγματα σχεδιασμού απ' ό,τι η ανάγνωση του Λιβίου και του Τακίτου και όποια αντίρρηση, που αρχίζεις στην πρώτη περίπτωση, οδηγώντας με πίσω σε μια τόσο ασυνήθιστη και εκπληκτική σκηνή σαν αυτή του πρώτου σχηματισμού των κόσμων, η ίδια αντίρρηση έχει θέση στην υπόθεση της βλαστάνουσας βιβλιοθήκης. Διάλεξε,λοιπόν, το κόμμα σου, Φίλων, χωρίς αμφισημίες και υπεκφυγές: Βεβαίωσε ότι ένας λογικός τόμος δεν είναι απόδειξη μιας λογικής αιτίας, ή αποδέξου μια κοινή αιτία σε όλα τα έργα της φύσεως.
Ας μου επιτραπεί επίσης να παρατηρήσω, συνέχισε ο Κλεάνθης, ότι αυτό το θρησκευτικό επιχείρημα, αντί να εξασθενίζεται απ' αυτό τον σκεπτικισμό, που τόσο πολύ αγαπάτε, μάλλον αποκτά δύναμη απ' αυτόν και γίνεται περισσότερο σταθερό και αναμφισβήτητο. Να αποκλείσεις κάθε επιχείρημα ή κάθε τύπου διαλογισμό ή προσποίηση είναι ή τρέλα. Η δηλωμένη δουλειά κάθε λογικού σκεπτικιστή είναι μόνο να απορρίπτει δυσνόητα, απομακρυσμένα και υπερ-διυλισμένα επιχειρήματα· να συμμετέχει στον κοινό νου και στα απλά ένστικτα της φύσεως· και να συγκατανεύει, όποτε κάποιοι λόγοι τον εντυπωσιάζουν με μια τόσο έντονη δύναμη, ώστε να μην μπορεί, χωρίς τη μεγαλύτερη βία, να το εμποδίσει. Δείτε, κάνετε την ανατομία του οφθαλμού· παρακολουθήστε τη δομή του και τον μηχανισμό του· και πείτε μου, στηριγμένοι στο δικό σας συναίσθημα, εάν η ιδέα ενός επινοητού δεν πετάει ευθύς πάνω σας με μια δύναμη σαν αυτή της αισθήσεως. Το εναργέστερο συμπέρασμα ασφαλώς συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως σχεδίου και απαιτείται χρόνος, συλλογή και μελέτη για να συγκεντρωθούν αυτές οι κούφες, αν και δυσνόητες, αντιρρήσεις, που μπορούν να υποστηρίξουν την απιστία. Ποιος μπορεί να δει το άρρεν και το θήλυ κάθε είδους, την αντιστοιχία των μερών τους και των ενστίκτων τους, τα πάθη τους και όλη τη ροή του βίου τους πριν και μετά τη γέννηση και να μην αισθανθεί ότι ο πολλαπλασιασμός των ειδών είναι θελημένος από τη Φύση; Εκατομμύρια και εκατομμύρια παρόμοιων παραδειγμάτων παρουσιάζονται σε κάθε μέρος του σύμπαντος· και καμιά γλώσσα δεν μπορεί να μεταφέρει μια πιο κατανοήσιμη, ακατανίκητη σημασία από την περίεργη ευρυθμία των τελικών αιτιών. Ποιο βαθμό, λοιπόν, τυφλού δογματισμού πρέπει να έχει φτάσει κάποιος για να απορρίψει τόσο φυσικά και τόσο πειστικά επιχειρήματα;
Είναι δυνατόν να συναντήσουμε στο γραπτό λόγο μερικές ομορφιές που φαίνονται αντίθετες στους κανόνες και που κερδίζουν τις συμπάθειες και ζωηρεύουν τη φαντασία εις πείσμα όλων των αρχών της κριτικής και της αυθεντίας των αναγνωρισμένων δασκάλων της τέχνης. Και αν το επιχείρημα υπέρ του θεϊσμού είναι, όπως ισχυρίζεσθε, αντίθετο στις αρχές της λογικής, η καθολική, η ακατανίκητη επίδρασή του αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν επιχειρήματα μιας τέτοιας ανώμαλης φύσεως. Οποιεσδήποτε μωρολογίες κι αν προταθούν με το ζόρι, ένας κόσμος εν τάξει, όπως κι ένας συνεπής, αρθρωμένος λόγος, θα εξακολουθούν να εκλαμβάνονται ως αναμφισβήτητη απόδειξη σχεδίου και προθέσεως.
Παραδέχομαι πως καμιά φορά τα θρησκευτικά επιχιερήματα δεν έχουν την απαιτούμενη επιρροή πάνω σ' έναν αμόρφωτο άγριο και βάρβαρο· όχι επειδή είναι σκοτεινά και δύσκολα, αλλά επειδή ποτέ δεν θέτει στον εαυτό του οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με αυτά. Από πού προκύπτει η περίεργη δομή ενός ζώου; Από τη συνουσία των γονέων του. Και αυτωνών από πού; Από των δικών τους γονέων; Με λίγες μεταθέσεις ακόμα τα αντικείμενα είναι σε τέτοια απόσταση, ώστε γι' αυτόν χάνονται στο σκότος και στη σύγχυση· ούτε ωθείται από οποιαδήποτε περιέργεια να τα ανιχνεύσει παραπέρα. Αλλ' αυτό δεν είναι ούτε δογματισμός, ούτε σκεπτικισμός, αλλά ηλιθιότητα· μια κατάσταση του νου πολύ διαφορετική από τη διυλιστική ερωτητική σου διάθεση, πολυμήχανε φίλε μου. Μπορείς να ανιχνεύσεις αίτια από αποτελέσματα· μπορείς να συγκρίνεις τα πιο απομακρυσμένα και άσχετα αντικείμενα· και τα μεγαλύτερά σου σφάλματα προέρχονται όχι από μια αφορία σκέψεως και επινοητικότητας, αλλά από μια περίσσια γονιμότητα, που απαλείφει τον φυσικό σου κοινό νου, μέσω μιας δαψίλειας μη αναγκαίων ενδοιασμών και αντιρρήσεων.
Εδώ θα μπορούσα να παρατηρήσω, Έρμιππε, ότι ο Φίλων ήταν λιγάκι αμήχανος και συγχυσμένος· αλλά ενώ δίσταζε να δώσει μιαν απάντηση, για καλή του τύχη, παρενέβη ο Δημέας και τον έσωσε.
-- Το παράδειγμά σου Κλεάνθη, είπε, με τα βιβλία και τις γλώσσες, επειδή είναι οικείο, έχει, το ομολογώ, γι' αυτό το λόγο τόσο μεγαλύτερη δύναμη. Αλλά δεν υπάρχει επίσης κάποιος κίνδυνος σ' αυτή την περίσταση, και δεν θα μπορούσε να μας κάνει υπερόπτες, επιτρέποντάς μας να φανταζόμαστε ότι κατανοούμε τη θεότητα, και ότι έχουμε μιαν επαρκή ιδέα της φύσεως και των ιδιοτήτων της; ΄Οταν διαβάζω ένα βιβλίο, εισέρχομαι στον νου και την πρόθεση του συγγραφέως· γίνομαι αυτός, κατά κάποιον τρόπο, για κείνη τη στιγμή· κι έχω μιαν άμεση αίσθηση και κατανόηση αυτών των ιδεών που γυροφέρναν στη φαντασία του, όσο ήταν απασχολημένος μ' αυτή τη σύνθεση. Αλλά μια τόσο μεγάλη προσέγγιση ασφαλώς ποτέ δεν μπορούμε να επιτύχουμε προς τη θεότητα. Οι οδοί του δεν είναι οι δικές μας. Οι ιδιότητές του είναι τέλειες, αλλά ακατανόητες. Κι αυτό το βιβλίο της Φύσεως περιλαμβάνει ένα μεγάλο και ακατανόητο αίνιγμα, περισσότερο από κάθε λόγο ή επιχειρηματολογία.
Οι αρχαίοι Πλατωνικοί, καθώς γνωρίζετε, υπήρξαν οι πιο θρήσκοι και ευσεβείς από όλους τους ειδωλολάτρες φιλοσόφους· ωστόσο, πολλοί από αυτούς, ειδικότερα ο Πλωτίνος, ρητώς δηλώνουν ότι η διάνοια ή η κατανόηση δεν πρέπει να προσγραφούν στη θεότητα και πως η τελειότερη λατρεία μας προς αυτόν συνίσταται όχι σε πράξεις ευλαβείας, προσκυνήσεως, ευγνωμοσύνης ή αγάπης, αλλά σε κάποιο μυστηριώδη αυτομηδενισμό ή μια πλήρη απάλειψη όλων των δυνάμεών μας. Αυτές οι ιδέες είναι ίσως παρατραβηγμένες· αλλά, παρ' όλα αυτά, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, παριστάνοντας τη θεότητα ως τόσο κατανοητή και συλληπτή, και τόσο όμοοια προς τον ανθρώπινο νου, γινόμαστε ένοχοι της χονδροειδέστερης και της στενότερης προκαταλήψεως και αναβιβάζουμε τους εαυτούς μας σε πρότυπο ολόκληρου του σύμπαντος.
Όλα τα συναισθήματα του ανθρώπινου νου, ευγνωμοσύνη, μνησικακία, έρως, φιλία, συμφωνία, μομφή, οίκτος, άμιλλα, φθόνος, έχουν μια σαφή αναφορά στην κατάσταση και τη θέση του ανθρώπου και έχουν υπολογισθεί για να διατηρήσουν την ύπαρξη, και να προωθήσουν τη δραστηριότητα ενός τέτοιου όντος σε τέτοιες περιστάσεις. Φαίνεται συνεπώς παραλογικό να μεταφέρουμε τέτοια συναισθήματα σε μια ανώτερη ύπαρξη, ή να υποθέτουμε ότι αυτή η ύπαρξη ελαύνεται από αυτά· κι επιπλέον τα φαινόμενα της οικουμένης δεν θα μας υποστηρίξουν σε μια τέτοια θεωρία. ΄Ολες μας οι ιδέες, που προέροχνται από τις αισθήσεις, είναι ομολογουμένως ψευδείς και απατηλές· και δεν είναι δυνατόν, συνεπώς, να υποτεθεί πως έχουν θέση σε μιαν υπέρτατη διάνοια· και όπως οι ιδέες του συναισθήματος, προστιθέμενες σ' αυτές των εξωτερικών αισθήσεων, συνθέτουν τη συνολική εξάρτυση της ανθρώπινης νοήσεως, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κανένα από τα υλικά της σκέψεως δεν είναι, από καμία άποψη, όμοιο στη θεία και στην ανθρώπινη διάνοια. Τώρα, ως προς τον τρόπο σκέψεως: Πώς μπορούμε να κάνουμε την οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους ή να υποθέσουμε πως με οποιονδήποτε τρόπο ομοιάζουν; Η σκέψη μας είναι κυμαινόμενη, αβέβαιη, περαστική, αλλεπάλληλη, και ετερόκλητη· κι αν αφαιρέσουμε αυτά τα γνωρίσματα, εκμηδενίζουμε απολύτως την ουσία της και θα ήταν, στην περίπτωση αυτή, μια κατάχρηση όρων να της δώσουμε το όνομα της σκέψεως ή της λογικής. Τουλάχιστον, αν φαίνεται ευσεβέστερο και σεβασμιότερο (όπως και πράγματι είναι) να διατηρούμε ακόμη αυτούς τους όρους όταν αναφερόμαστε στο Υπέρτατο Ον, θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε ότι η σημασία τους σ' αυτή την περίπτωση είναι τελείως ακατάληπτη και ότι οι ατέλειες της φύσεώς μας δεν μας επιτρέπουν να φθάσουμε σε οποιαδήποτε ιδέα, η οποία να ανταποκρίνεται κατ' ελάχιστο στο ανέκφραστο ύψος των θείων ιδιοτήτων.
 
 
Μετάφραση: Σπύρος Γεωργαντάς
Διαβάστε επίσης: Ντέιβιντ Χιουμ 
Πηγή: Βικιθήκη

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου