Translate

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Ντέιβιντ Χιουμ - Μέρος IX/Διάλογοι για τη Φυσική Θρησκεία

Στη φωτογραφία εικονίζεται ο Ντέιβιντ Χιουμ.
Ντέιβιντ Χιουμ

 

Ι

Όπου ο Κλεάνθης και ο Φίλων δείχνουν στον Δημέα τη ματαιότητα και την αλυσιτέλεια της a priori επιχειρηματολογίας.

- Αλλά, αφού τόσες δυσκολίες συνοδεύουν την a posteriori επιχειρηματολογία, είπε ο Δημέας, δεν θα ήταν καλύτερο αν προσχωρούσαμε στην απλή και υψηλή a priori επιχειρηματολογία, η οποία προσφέροντάς μας μιαν αλάνθαστη απόδειξη, ξεριζώνει αμέσως κάθε αμφιβολία και δυσκολία; Με αυτή την επιχειρηματολογία μπορούμε επίσης να αποδείξουμε το ΑΠΕΙΡΟΝ των θείων γνωρισμάτων που, φοβούμαι, δεν είναι ποτέ δυνατόν να εξαχθεί με βεβαιότητα από κάτι άλλο. Διότι πώς μπορεί ένα αποτέλεσμα, το οποίο είτε είναι πεπερασμένο είτε, απ' όσο μπορούμε να ξέρουμε, μπορεί να είναι, πώς ένα παρόμοιο αποτέλεσμα, λέγω, μπορεί να αποδείξει μια άπειρη αιτία; Η ενότης επίσης της θείας φύσεως είναι πολύ δύσκολο, εάν όχι απολύτως αδύνατο, να συναχθεί απλώς από τη θεώρηση των έργων της φύσεως, ούτε και η ενότητα του σχεδίου από μόνη της, ακόμη κι αν γινόταν παραδεκτή, μας δίνει κάποια βεβαιότητα γι' αυτό το γνώρισμα. Ενώ το a priori επιχείρημα...
- Αλλά, Δημέα, απάντησε ο Κλεάνθης, μοιάζεις να σκέφτεσαι προϋποθέτοντας ότι τα πλεονεκτήματα και η βολικότητα ενός αφηρημένου επιχειρήματος είναι πλήρεις αποδείξεις της στερεότητάς του. Αλλά θα έπρεπε πρώτα, κατά τη γνώμη μου, να προσδιορίσεις σε ποιο επιχείρημα αυτής της φύσεως θα διαλέξεις να επιμείνεις· και μετά να προσπαθήσουμε, βάσει αυτού του ίδιου, και όχι των χρήσιμων συνεπειών του, να προσδιορίσουμε πόση αξία θα οφείλαμε να του αναγνωρίσουμε.
- Το επιχείρημα, απάντησε ο Δημέας, πάνω στο οποίο θα επέμενα είναι το κοινό. Κάθε τι που υπάρχει πρέπει να έχει μιαν αιτία ή ένα λόγο της υπάρξεώς του, μια που είναι απολύτως αδύνατο για ο,τιδήποτε να παραγάγει τον εαυτό του, ή να είναι η αιτία της δικής του υπάρξεως. Ανερχόμενοι, συνεπώς, από τα αποτελέσματα στις αιτίες, πρέπει είτε να συνεχίσουμε ανιχνεύοντας μιαν ατέλειωτη διαδοχή, χωρίς καμιά απολύτως απώτατη αιτία, ή, τελικά πρέπει να προστρέξουμε σε κάποια απώτατη αιτία η οποία να υπάρχει αναγκαίως. Τώρα, το ότι η πρώτη υπόθεση είναι παράλογη μπορεί να αποδειχθεί ως εξής. Στην ατέλειωτη αλυσίδα ή διαδοχή των αιτιών και αποτελεσμάτων, το κάθε αποτέλεσμα οδηγείται στην ύπαρξη λόγω της ισχύος και της αποτελεσματικότητας της αιτίας που του προηγείται άμεσα· αλλά ολόκληρη η αιώνια αλυσίδα ή διαδοχή, εάν ληφθεί συνολικά, δεν καθορίζεται ούτε προκαλείται από τίποτα· κι ωστόσο είναι σαφές ότι απαιτεί μιαν αιτία ή λόγο εξίσου με το κάθε συγκεκριμένο αντικείμενο, που αρχίζει κάποτε να υπάρχει στο χρόνο. Η ερώτηση είναι ακόμη λογική, γιατί αυτή η συγκεκριμένη διαδοχή αιτιών υπήρξε από την αιωνιότητα και όχι από μια κάποια άλλη διαδοχή ή και καμία. Εάν δεν υπήρχε κανένα αναγκαίως υπάρχον ον, κάθε υπόθεση που μπορούμε να κάνουμε είναι εξίσου αδύνατη κι ούτε είναι πιο παράλογο να έχει υπάρξει το τίποτα από την αιωνιότητα απ' ό,τι να υπάρχει αυτή εδώ η διαδοχή των αιτιών που συνιστά το σύμπαν. Τί ήταν λοιπόν αυτό που καθόρισε να υπάρχει κάτι μάλλον παρά το τίποτα και απένειμε το είναι σε μια ιδιαίτερη δυνατότητα, αποκλείοντας όλες τις άλλες; Προϋποθέτουμε πως εξωτερικές αιτίες δεν υπάρχουν. Η τύχη είναι μια λέξη χωρίς σημασία. ΄Ηταν το τίποτε; Αλλ' αυτό ποτέ δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι. Πρέπει, συνεπώς, να προστρέξουμε σ' ένα αναγκαίως υπάρχον Ον, που έφερε το ΛΟΓΟ υπάρξεώς του στον εαυτό του και που δεν μπορεί να υποτεθεί ότι δεν υπάρχει χωρίς ρητή αντίφαση. ΄Επεται ότι υπάρχει ένα τέτοιο Ον, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει μια θεότης.
- Δεν θα το αφήσω για τον Φίλωνα, είπε ο Κλεάνθης (αν και γνωρίζω ότι οι αφετηριακές αντιρρήσεις είναι η μεγαλύτερή του απόλαυση) να δείξει τις αδυναμίες αυτού του μεταφυσικού συλλογισμού. Μου φαίνεται τόσο καταφανώς κακο-θεμελιωμένος και την ίδια στιγμή τόσο αλυσιτελής για την αληθινή ευσέβεια και θρησκεία, ώστε θα αποπειραθώ ο ίδιος να δείξω τη σοφιστεία που περιέχει.
Θ' αρχίσω με την παρατήρηση ότι υπάρχει ένας εμφανής παραλογισμός στην αξίωση να αποδείξουμε ένα γεγονός ή να το ελέγξουμε με οποιαδήποτε a piori επιχειρήματα. Τίποτε δεν είναι αποδείξιμο, αν το αντίθετό του δεν είναι αντιφατικό. Τίποτε απ' ό,τι συλλαμβάνουμε ευκρινώς δεν είναι αντιφατικό. Αυτό που συλλαμβάνουμε ως υπαρκτό, μπορούμε επίσης να το συλλάβουμε ως ανύπαρκτο. Δεν υπάρχει συνεπώς ον του οποίου η μη-ύπαρξη να περιέχει μια αντίφαση. ΄Επεται πως δεν υπάρχει ον, του οποίου η ύπαρξη να αποδεικνύεται. Προτείνω αυτό το επιχείρημα σαν απολύτως αποφασιστικό και είμαι πρόθυμος να βασίσω ολόκληρη τη λογομαχία επάνω του.
Υπάρχει ο ισχυρισμός πως η θεότητα είναι ένα αναγκαίως υπάρχον ον· και αυτή η αναγκαιότητα της υπάρξεώς της επιχειρείται να ερμηνευθεί με το να βεβαιώνεται ότι εάν γνωρίζαμε όλη την ουσία του ή τη φύση του, θα έπρεπε να αντιληφθούμε ότι είναι τόσο αδύνατον γι' αυτό να μην υπάρχει όσο και δυο φορές δυο να μην κάνουν τέσσερα. Αλλά είναι προφανές πως τούτο δεν είναι ποτέ δυνατόν να συμβεί, όσο οι ιδιότητές μας παραμένουν αυτές που είναι τώρα. Παραμένει πάντα δυνατό για μας, ανά όποια στιγμή, να συλλάβουμε τη μη-ύπαρξη εκείνου που προηγουμένως συνελάβαμε υπάρχον· ούτε μπορεί ποτέ ο νους να αναγκασθεί να υποθέσει πως οποιοδήποτε ον παραμένει για πάντα στην υπαρξη, με τον ίδιο τρόπο που βρισκόμαστε αναγκασμένοι να συλλαμβάνουμε πάντα πως δύο επί δύο κάνουν τέσσερα. Επομένως οι λέξεις αναγκαία ύπαρξη δεν έχουν νόημα ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, κανένα συνεπές νόημα.
Αλλά και παραπέρα, γιατί να μην μπορεί ο φυσικός κόσμος να είναι το αναγκαίως υπάρχον Ον, σύμφωνα μ' αυτή τη υποτιθέμενη εξήγηση της αναγκαιότητας; Δεν τολμούμε να ισχυρισθούμε πως γνωρίζουμε όλες τις ποιότητες της ύλης και στο μέτρο που μπορούμε να καθορίσουμε είναι δυνατόν να περιέχει μερικές ποιότητες οι οποίες, αν ήταν γνωστές, να έκαναν την ανυπαρξία της να φαίνεται σαν μια τόσο μεγάλη αντίφαση όσο το δυο επί δυο κάνουν πέντε. Βρίσκω μόνο ένα επιχείρημα που να χρησιμοποιείται στην απόδειξη του ότι ο υλικός κόσμος δεν είναι το αναγκαίως υπάρχον Ον και αυτό το επιχείρημα εξάγεται από το τυχαίο τόσο της ύλης, όσο και της μορφής του κόσμου. «Οποιοδήποτε μόριο της ύλης», μας λέγουν[4], «είναι δυνατόν να συλληφθεί ως εκμηδενίσιμο· και κάθε μορφή μπορεί να συλληφθεί ως μεταβλητή. Μια παρόμοια εκμηδένιση ή μεταβολή, συνεπώς, δεν είναι αδύνατη». Αλλά μου φαίνεται μεγάλη προκατάληψη να μη συλλαμβάνουμε ότι το ίδιο επιχείρημα εκτείνεται εξίσου στη θεότητα, στο μέτρο που έχουμε οποιαδήποτε αντίληψη αυτής, και πως ο νους μπορεί τουλάχιστο να τη φανταστεί σαν ανύπαρκτη ή τις ιδιότητές της ως μεταβλητές. Θα πρέπει να είναι κάποιες άγνωστες, ασύλληπτες ιδιότητες αυτές που μπορούν να κάνουν την ανυπαρξία της να φαίνεται αδύνατη ή τις ιδιότητές της αμετάβλητες. Και κανένας λόγος δεν μπορεί να προταθεί γιατί οι ιδιότητες αυτές να μην μπορούν να ανήκουν στην ύλη. ΄Οπως είναι συνολικώς άγνωστες και ασύλληπτες, ποτέ δεν μπορούν να αποδειχθούν ασύμβατες προς αυτή.
Πρόσθεσε σ' αυτό ότι όταν φανταζόμαστε μια αιώνια διαδοχή αντικειμένων φαίνεται παράλογη η αναζήτηση μιας γενικής αρχής ή ενός πρώτου δημιουργού. Πώς μπορεί κάτι που υπάρχει προαιωνίως να έχει μιαν αιτία, αφού αυτή η σχέση προϋποθέτει μια προτερότητα στον χρόνο και μιαν αρχή της υπάρξεως;
Σε μια τέτοια αλυσίδα, επίσης, ή διαδοχή των αντικειμένων, κάθε μέρος έχει την αιτία του σ' αυτό του οποίου προηγήθηκε και είναι η αιτία αυτού που το διαδέχεται. Πού βρίσκεται, λοιπόν, η δυσκολία; Αλλά το ΟΛΟΝ, απαντάς, χρειάζεται μια αιτία. Απαντώ πως η συνένωση αυτών των μερών σ' ένα όλο, όπως η ένωση διαφόρων χωριστών κομητειών σ' ένα βασίλειο ή διαφόρων ξεχωριστών μελων σ' ένα σώμα, πραγματοποιείται απλά από μια αυθαίρετη πράξη του νου και δεν έχει καμιά επίδραση στη φύση των πραγμάτων. Εάν σου είχα δείξει τις ιδιαίτερες αιτίες του κάθε ατόμου σε μια συλλογή είκοσι μορίων ύλης, θα το θεωρούσα εξαιρετικά μη-λογικό, εάν με ρωτούσες στη συνέχεια, ποια ήταν η αιτία του συνόλου των είκοσι. Τούτο επαρκώς εξηγείται με την εξήγηση των αιτιών των μερών.
- Οι συλλογισμοί που έκανες, Κλεάνθη, θα με δικαιολογούσαν, είπε ο Φίλων, αν έπαυα να φέρνω άλλες δυσκολίες, ωστόσο δεν κρατιέμαι και θα επιμείνω σ' ένα ακόμη θέμα. ΄Εχει παρατηρηθεί από τους μαθηματικούς ότι τα παράγωγα του 9 σχηματίζουν πάντοτε είτε το 9 είτε κάποιο κατώτερο πολλαπλάσιο του 9[5], εάν προσθέσουμε όλους τους αριθμούς που σχηματίζουν οποιοδήποτε από τα παράγωγα αυτά. ΄Ετσι από τους 18, 27, 36, που είναι παράγωγοι του 9 φτιάχνεις το 9 προσθέτοντας 1 στο 8, 2 στο 7, 3 στο 6. Ομοίως το 369 είναι επίσης πολλαπλάσιο του 9 και εάν προσθέσεις 3 και 6 και 9 κάνεις το 18, ένα κατώτερο πολλαπλάσιο του 9. ΄Ενας επιφανειακός παρατηρητής θα εντυπωσιαστεί από μια τόσο θαυμαστή κανονικότητα εκλαμβάνοντάς την ως το αποτέλεσμα είτε τύχης είτε πρόβλεψης -- αλλά ένας δεξιός αλγεβραϊστής άμεσα συμπεραίνει πως πρόκειται για το έργο της αναγκαιότητας και αποδεικνύει ότι για πάντα πρέπει να προκύπτει από τη φύση αυτών των αριθμών. Δεν είναι πιθανό, ερωτώ, ολόκληρη η οικονομία του σύμπαντος να καθοδηγείται από μια όμοια αναγκαιότητα, αν και καμιά ανθρώπινη άλγεβρα δεν μπορεί να προμηθεύσει ένα κλειδί που να λύνει αυτό το πρόβλημα; Και αντί να θαυμάζουμε την τάξη των φυσικών όντων, δεν θα ήταν δυνατό, αν μπορούσαμε να υπεισέλθουμε στην εσωτερική φύση των σωμάτων, να βλέπαμε καθαρά γιατί ήταν απολύτως αδύνατο να είχαν ποτέ μια οποιαδήποτε άλλη διάρθρωση; Τόσο επικίνδυνο είναι να εισάγουμε την ιδέα της αναγκαιότητας στο παρόν ζήτημα! Και τόσο φυσικά προσφέρει μια επαγωγή απευθείας αντίθετη προς τη θρησκευτική υπόθεση!
Αλλά παρατώντας όλες αυτές τις αφαιρέσεις, συνέχισε ο Φίλων, και για να μας περιορίσω σε οικειότερα θέματα, θα αποτολμήσω να προσθέσω την παρατήρηση ότι το a priori επιχείρημα μόνο κάποια μεταφυσικά κεφάλια το βρήκαν ποτέ πειστικό, άνθρωποι που έχουν συνηθίσει τον εαυτό τους στην αφηρημένη σκέψη και που βρίσκοντας από τα μαθηματικά ότι η κατανόηση συχνά οδηγεί στην αλήθεια, περνώντας μέσα από το σκοτάδι, και εις πείσμα των πρώτων εντυπώσεων, έχουν μεταφέρει την ίδια συνήθεια σκέψεως σε θέματα όπου δεν θα έπρεπε να είχε θέση. ΄Αλλοι άνθρωποι, ακόμη και με σωστό μυαλό και με την καλύτερη δυνατή κλίση προς τη θρησκεία, αισθάνονται πάντοτε κάποια ανεπάρκεια σε τέτοια επιχειρήματα, αν και δεν είναι ίσως ικανοί να εξηγήσουν καθαρά πού βρίσκεται. Πράγμα που αποδεικνύει με βεβαιότητα πως οι άνθρωποι πάντα αντλούσαν και πάντα θα αντλούν τη θρησκεία τους από άλλες πηγές και όχι από τέτοιους συλλογισμούς.


Μετάφραση: Σπύρος Γεωργαντάς
Διαβάστε επίσης: Ντέιβιντ Χιουμ 
Πηγή: Βικιθήκη

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου