Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μοῦ τὰ πῆραν. Ἔτυχε νά ῾ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ κάποτε δὲν τὰ βρίσκει τὸ κυνῆγι εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια. Μὴ μοῦ μιλᾷς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο. Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσια τοῦ ἥλιου, κεντοῦν παραθυρόφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν, ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν ἢ ποὺ χαθῆκαν, τώρα ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο. Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια, θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω ἀκόμη καμιὰ...