Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Φρανσουά Βιγιόν

Φρανσουά Βιγιόν - Μπαλάντα των ψιλών αθιβολών

Εικόνα
Φρανσουά Βιγιόν ΓΝΩΡΙΖΩ εγώ καλά μύγες σε γάλα, Γνωρίζω από τη ντυμασιά τον άνθρωπο, Γνωρίζω τον καλό καιρό απ' τον κακό, Γνωρίζω απ' τη μηλιά το μήλο, Γνωρίζω το δέντρο να ιδώ το κόμμι Γνωρίζω πότε όλα είν' απ' το ίδιο, Γνωρίζω ποιος μοχθεί ή ποιος σκολάζει, Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα. Γνωρίζω το ζιπούνι απ' την τραχηλιά, Γνωρίζω τον καλόγερο απ' το ράσο, Γνωρίζω τον κύριο από το δούλο. Γνωρίζω απ' την κουκούλα την καλογριά, Γνωρίζω πότε κορακίζει ο κομπωτής, Γνωρίζω τρελούς με αθόγαλο θρεμμένους, Γνωρίζω απ' το βαρέλι το κρασί, Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα. Γνωρίζω το άλογο και το μουλάρι, Γνωρίζω το φορτίο τους και το γομάρι τους, Γνωρίζω την Bietris και την Belet, Γνωρίζω τη φίσα που αριθμεί κι αθροίζει, Γνωρίζω όραμα και ύπνο, Γνωρίζω το παράπτωμα των Βοημών, 19 Γνωρίζω την εξουσία της Ρώμη...

Φρανσουά Βιγιόν

Εικόνα
Ξυλογραφία που απεικονίζει τον Βιγιόν σε έκδοση της ποιητικής του συλλογής Grand Testament de Maistre François Villon. 1489   O Φρανσουά Βιγιόν (François Villon, 1431 - εξαφανίστηκε το 1463) ήταν Γάλλος ποιητής του Μεσαίωνα, ο κατά Ρεμπώ γενάρχης των «καταραμένων ποιητών». Όλα στη ζωή του είναι υπό την σκιάν του πιθανού και της αβεβαιότητας. Γεννήθηκε περί το 1431 και το πραγματικό του όνομα ήταν François de Montcorbier ή François Des Loges ή κάποιο άλλο. Ορφάνεψε μικρός από πατέρα και τον πήρε υπό την προστασίαν του ο (θείος του;) εφημέριος Γκυγιώμ ντε Βιγιόν. Το 1452 απονεμήθηκε από το Πανεπιστήμιο των Παρισίων στον Φρανσουά Βιγιόν ο τίτλος του Maître ès arts. To 1455 μαχαίρωσε θανάσιμα ένα κληρικό, εξορίστηκε από το Παρίσι, αλλά στις αρχές του 1456 πήρε βασιλική χάρη. Πριν όμως τελειώσει η χρονιά πήρε μέρος στην διάρρηξη ενός κολεγίου και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει και πάλι το Παρίσι. Εκείνο τον καιρό έγραψε το ποίημα Κληροδοσιά που ονομ...

Φρανσουά Βιγιόν - Μπαλάντα των κυριών του παλαιού καιρού

Εικόνα
Πέστε μου πού, σε ποιο μέρος της γης, είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη, η Αλκιβιάδα, κι ύστερα η Θαΐς, η εξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη; Ηχώ απαλή, σκιά σε λίμνη, τρόμοι των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά, η εμορφία τους δεν έδυσεν ακόμη. Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;   Πού 'ναι η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς; Γι' αυτήν είχε τότε καλογερέψει ο Πέτρο Αμπαγιάρ. Άλλος κανείς όμοια στον έρωτα δεν θα δουλέψει. Κι η βασίλισσα που έκανε τη σκέψη κι έριξε στο Σηκουάνα, αληθινά, το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει; Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;   Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής, με τη φωνή της τη γλυκά ακουσμένη, η Βέρθα, η Βεατρική, η Αρεμβουργίς του Μαίν, η Σπαρτιάτισσα η Ελένη, κι η καλή Ιωάννα από την Λορραίνη, όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά, η ανάμνησή τους ζωηρή απομένει. Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;   Πρίγκιψ, αν τις αναζητείτε τώρα, τάχα θα τις εύρετε πουθενά, τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα; Μα πού 'ναι τα χιό...