Τζάκομο Λεοπάρντι - Το Σαββάτο 'ς το χωριό
Greek village 8 by George Rossidis Ὁ ἥλιος βασιλεύοντας βυθάει, καὶ ἀπὸ τὸν κάμπο ὴ λυγερὴ γυρνάει μὲ ἀμασχαλιὰ χορτάρι· 'ς τὸ χεράκι βαστᾷ ἕνα δεματάκι τριαντάφυλλα καὶ γιούλια, ποὺ θὰ βάλῃ, καθὼς ἔχει συνήθεια, αὔριο ποὺ 'ναι γιορτή, 'ς τ' ὡραῖο κεφάλι καὶ 'ς τὰ χιονάτα στήθια. Μὲ ταῖς γειτόνισσαίς της 'ς τὸ σκαλοπάτι κάθεται ἡ γρῃοῦλα γυρμένη κατὰ 'κεῖ ποὺ σβύν' ἡ 'μέρα· στρήφοντας ταῖς κλωσταῖς της, γιὰ τὸν καιρό, ποὺ ἦταν χωριατοποῦλα, γιὰ τὸν καιρό, ποὺ 'ναι μακρυὰ καὶ πέρα, τοὺς διηγᾶται πῶς ἦταν στολισμένη ὅταν εἶχαν γιορτάδες, καὶ πῶς γερὴ κι' ὠμορφοκαμωμένη μ' ἐκείνου τοῦ καιροῦ τοὺς χορευτάδες ἐχόρευε τὸ βράδυ. Ὡστόσο τὸ σκοτάδι εἰς τὸν ἀέρα χύνεται· πλειὸ βαθὺ τ' οὐρανοῦ τὸ χρῶμα γίνεται· τὸ νειὸ φεγγάρι λάμπει καὶ ἀπὸ τὸ φῶς του ἀσπρολογοῦν οἱ κάμποι. Μαυράδια καταιβαίνουν ἀπ' ταῖς ῥαχούλαις καὶ ἀπ' τὰ σπήτι' ἀράδα· ἡ καμπάναις σημαίνουν γιὰ τὴν αὐριανὴ γιορτὴ καὶ βάνουν ε...