Γεώργιος Βιζυηνός - Πρὸς τὴν Σελήνην
Ἡ σοβαρὴ καὶ χλωμιασμένη σου θωριά, ποὺ ἀρμενίζει στ᾿ ἀψηλά, Σελήνη, δὲν ῾ξεύρεις τί ἀδελφικὴ παρηγοριά, τί παιδιακοὺς συλλογισμοὺς μὲ δίνει! Κανένα φίλον ἀπὸ σένα πιὸ παλιό, καὶ πιὸ πιστό, δὲν ἔχω νὰ ὀνομάσω. Σ᾿ ἐγνώρισα πρὶν πρωτοέμβω στὸ σχολειό, κι ἂν ῾μβω στὸν τάφο, δὲν θὰ σὲ ξεχάσω. Θυμᾶσ᾿ ἀκόμα τὸ μικρὸ παιδί, ἐμέ, μὲ τὸν μεγάλο πόθο στὴν καρδιά μου; Μὲ τὴν λαχτάρα, νὰ μοῦ ἤρχεσαι χαμαί, νὰ σ᾿ ἔχω σὰν παιχνίδι στὴν ποδιά μου; Θυμᾶσαι πῶς, ἐσὺ στὰ ὕψη, ἐγὼ στὴ γῆ, ἐτρέχαμε μαζί, ποιὸς νὰ περάσει; Σὺ ἔχεις μείνει πάντα νέα καὶ γοργή, καὶ μόν᾿ ἐγώ, ἐγὼ ἔχω γεράσει! Θυμᾶσαι τὴν Βιζώ μας, τ᾿ ὄμορφο χωριό; Τὸ σπίτι μας, τ᾿ ὡραῖο περιβόλι; Καὶ μέσα στ᾿ ἄνθη του, θυμᾶσαι τὸ Μαριώ, π᾿ ἀγάπησα μὲ τὴν καρδία μ᾿ ὅλη; Αὐτὴ τὰ φταίει, ἂν ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀμέλησα τὰ κάλλη σου, Σελήνη! Γιατ᾿ ἀπαιτοῦσε καὶ καλὰ νὰ μὴ θωρῶ, παρὰ τὲς ὀμορφιές, ποὺ εἶχ᾿ ἐκείνη. Αὐτὴ τὰ φταίει, ἂν τώρα πλέον δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀνοίξει σὰν καὶ πρῶτα ἡ...