Γιώργος Γεραλής - Τα μάτια της Κίρκης
Ήταν στο δώμα. Κάτω, η θάλασσα κοιμότανε, λευκή στο φεγγαρόφωτο και στους ατμούς, μια νιότη όπως ο θάνατος αιώνια. Εκεί, με τα μεγάλα μάτια της κλειστά πεισματικά, θαρρείς για να κρατήσει φυλακισμένο το όνειρο, η Κίρκη με περίμενε. Κορμί ντυμένο μόνο με την αρμύρα του νερού, της γης την άχνη, του καιρού το ρίγος, παιδική σάρκα σφριγηλή, αφημένη στο άγνωστο. Το πόσο περπατήσαμε ο ένας του άλλου τη μοναξιά, διαβαίνει η πίκρα και το παίρνει. Κι ο Έρωτας έχει πάντα ένα σκυμμένο πρόσωπο όταν κοιτάει στη χώρα της ανάμνησης, ψάχνοντας για μια κίνηση, για μια γραμμή, για έναν ίσκιο πνιγμένο, για ένα θρόισμα, ζώντας ξανά το μυστικό κύμα, ανεβαίνοντας την ερημιά. Μα ωστόσο, η Κίρκη ήταν εκεί, ταξιδεμένη απ’ τις αγρύπνιες μου χρόνια και χρόνια, ήταν εκεί και με περίμενε, παιδική σάρκα, οδυνηρά μεγαλωμένη στου αγνώστου το καρτέρεμα. Σκύβοντας, ήπια, πρώτα, νερό απ’ τα χείλη της. Το καλοκαίρι τραγουδούσε βαθιά μέσα στις φλέβες το κομμένο...