Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Μαρία Πολυδούρη

Μαρία Πολυδούρη - Του Καρυωτάκη

Εικόνα
«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ' ηύραν εσύ να λείπης. Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης. Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, από τη μόνωσή σου ένα σημείο από φωτιά τους έστελνες· γνωρίζαν το θλιβερό χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου τους δρόμους κι' όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν. Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου. Κι' όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου. Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιά ολοένα. Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο. Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο. Ανέκδοτα ποιήματα (Πολυδούρη) Διαβάστε επίσης:  Μαρία Πολυδούρη                        ...

Μαρία Πολυδούρη - Ἦρθα μία μέρα...

Εικόνα
Ἦρθα μία μέρα, ὁδηγημένη ἀπ᾿ τὴν ἱερή σου ἀγάπη, ἐμπρὸς στὸ κύμα τὸ γλαυκὸ καὶ μ᾿ ἄφησες τότε νὰ ἰδῶ τὴ φλογερή σου πληγὴ στὸ στῆθος σου τὸ νεανικό. Τότε μου μίλαες μὲ τὴν ἥσυχη φωνή σου γιὰ τὴ ζωή σου, ἀτέλειωτο κακὸ κι᾿ ὡς ἔνοιωθες βαθιὰ πὼς φτάνω ὡς τὴν ψυχή σου, ἀνάβρυζε τὸ δάκρι σου γλυκό. Κ᾿ ἦταν χαρᾶς χαρὰ νὰ κλαῖμε τραγουδώντας στὴν ἴδια λύρα, μάντεμα πικρὸ τὴ μοναξιά μας καὶ σάμπως λησμονώντας, Μὲ τί χαρὰ τὸ μέτωπό σου νὰ ραντίσω μὲ τὸν πικρὸ τῆς θάλασσας ἀφρό, πέρα τὰ κύματα ἔτρεχα νὰ προϋπαντήσω. Από τη συλλογή: Οι τρίλλιες που σβήνουν ( 1928) Πηγή:  Μαρία Πολυδούρη - Ποιήματα   Διαβάστε επίσης: Μαρία Πολυδούρη  

Μαρία Πολυδούρη - Ζωή, πὼς μὲ παράδωσες...

Εικόνα
Ζωή, πὼς μὲ παράδωσες μ᾿ ἕνα φιλὶ στοὺς δήμιους καὶ τώρα ἀκούω τὸ γέλιο σου παντοῦ σαρκαστικὸ γιὰ μένα, ποὺ ἀποτόλμησα ψευτοευγενεῖς καὶ τίμιους μεσ᾿ στὴ γενιά σου, νὰ τοὺς δῶ σὰν ὑποστατικό. Ἐγὼ ἤμουν ἕνας γνήσιος κι ἄγνωστος τῆς γενιᾶς σου κ᾿ ἦρθα χωρὶς ἀπαίτηση μ᾿ ὅλους μαζὶ καὶ γώ κι᾿ οὔτε ποτὲ σοῦ ζήτησα δεῖγμα τῆς συμπονιᾶς σου, ἀπ᾿ τὰ περίσσια χρέη μου δίκαια ν᾿ ἀπαλλαγῶ. Μὰ καθὼς ἤμουν κύριος ἄμαθος νὰ δουλεύω καὶ παιδικὴ γαλήνευεν ἡ δίκαιή μου ψυχή, ἐκέρδισα τὸ μίσος σου, Ζωή, καὶ τὸ πιστεύω τώρα ποὺ ἡ δυστυχία μου στὸ γέλιο σου ἀντηχεῖ. Από τη συλλογή: Ηχώ στο χάος (1929)   Πηγή:  Μαρία Πολυδούρη - Ποιήματα   Διαβάστε επίσης: Μαρία Πολυδούρη

Μαρία Πολυδούρη

Εικόνα
Μαρία Πολυδούρη   Η Μαρία Πολυδούρη (Καλαμάτα, 1 Απριλίου 1902 - Αθήνα, 29 Απριλίου 1930) ήταν Ελληνίδα ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής. Βιογραφία Ήταν κόρη του φιλολόγου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές αντιλήψεις. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, ενώ είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών, αλλά και στο Αρσάκειο της Αθήνας για δύο χρόνια. Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο Ο πόνος της μάνας , το οποίο αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα δεκαέξι της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920, σε διάστημα σαράντα ημερών, έχασε και τους δύο γονείς της. Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφηκε στη Νομική Σχολή το...