Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2017

Μελισσάνθη - Ἄς...

Εικόνα
Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ, ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις, ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι ἀνύποπτοι ποιητὲς ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε, ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα, τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια* ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ μόλις μαντεύοντας τὸν κρύφιο κεραυνό, μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν δέσμιοι στὸ θάνατο ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας μὲς στὸν ἀστραποβόλο* ὠκεανό... Διαβάστε επίσης:  Μελισσάνθη Πηγή: Μελισσάνθη - Ποιήματα _______________________________________   *χοχλάδι: το κοχύλι * ἀστραποβόλος: ‹ αστραπή + βόλος ‹ βάλλω = ρίχνω,  αυτός που εκπέμπει αστραπές, που εκπέμπει ζωηρή λάμψη   Από το λεξικό LivePedia.gr _______________________________________ ...

Σαρλ Περώ

Εικόνα
Σαρλ Περώ Ο Σαρλ Περώ ( Charles Perrault , Παρίσι, 12 Ιανουαρίου 1628 – 16 Μαΐου 1703) ήταν Γάλλος λαογράφος και συγγραφέας, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε αρχικά ως υπεύθυνος των βασιλικών κτηρίων. Άρχισε να γίνεται γνωστός ως λογοτέχνης το 1660 περίπου με ερωτικά ποιήματα. Αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στη μελέτη της ποίησης και των καλών τεχνών. Ήταν αδελφός του Κλωντ Περώ (Claude Perrault, 1613 – 1688), αρχιτέκτονα του Λούβρου. Ο Σαρλ Περώ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη φιλολογική διαμάχη αναφορικά με την υπεροχή αρχαίων και νεότερων συγγραφέων. Το 1671 ο Περώ εκλέχτηκε στη Γαλλική Ακαδημία, όπου διάβασε το 1687 το ποίημά του «Ο αιώνας του Μεγάλου Λουδοβίκου» (Le siècle de Louis le Grand, 1687), με αφορμή του οποίου η Γαλλική Ακαδημία διχάστηκε και ξέσπασε η αποκαλούμενη «Διαμάχη των Παλαιών και των Νέων». Στη διαμάχη αυτή, ο Περώ έλαβε μέρος με τους «Παραλληλισμούς των Παλαιών και των Νέων» (Paralleles des Anciens et des...

The Vagabond: ένα φιλμ του βωβού κινηματογράφου με πρωταγωνιστή τον Τσάρλι Τσάπλιν (1916)

Εικόνα
Η διαφημιστική αφίσα της ταινίας Ο περιπλανώμενος [σημ: στην Ελλάδα η ταινία τιτλοφορείται: Ο βιολιστής, ( v agabond = περιπλανώμενος )], είναι μία βουβή ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν και η τρίτη ταινία με την εταιρία Mutual Films. Κυκλοφόρησε στις 10 Ιουλίου του 1916, συμπρωταγωνίστησαν οι ηθοποιοί Edna Purviance, Eric Campbell, Leo White and Lloyd Bacon. Το συγκεκριμένο φιλμ έμοιαζε με την ταινία Ο αλήτης (σημ: έργο του Τσάπλιν το οποίο είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν, το 1915), με περισσότερο δράμα και πάθος αναμεμειγμένο με κωμωδία.   Σύνοψη Η ιστορία ξεκινάει με τον Τσάρλι, ως περιπλανώμενο, ο οποίος καταφθάνει σε ένα μπαρ, παίζει με ένα βιολί για να μαζέψει χρήματα και αναπτύσσει αντιπαλότητα με ανταγωνιστές μουσικούς – τα αποτελέσματα της οποίας είναι να φιλονικήσουν και να προκληθεί κωμικό χάος. Τριγυρίζοντας στην περιοχή ενός καταυλισμού ρομά, στην εξοχή, συναντάει την όμορφη, αν και λερωμένη, Έντνα και τη διασκεδάζει παίζοντας της μουσική. Η...

Τσάρλι Τσάπλιν

Εικόνα
Τσάρλι Τσάπλιν Ο Σερ Τσαρλς Σπένσερ "Τσάρλι" Τσάπλιν (αγγλικά: Sir Charles Spencer "Charlie" Chaplin ) (16 Απριλίου 1889 − 25 Δεκεμβρίου 1977), γνωστότερος με το υποκοριστικό Τσάρλι και, στην Ελλάδα κυρίως, με το προσωνύμιο «Σαρλό», υπήρξε Άγγλος ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, που μεγαλούργησε στις πρώτες δεκαετίες του Χόλυγουντ. Είναι χρονικά η πρώτη παγκόσμια αναγνωρίσιμη φιγούρα της κινηματογραφικής τέχνης, κυρίως μέσω του χαρακτήρα «Σαρλό» που ενσάρκωνε στις πρώτες ταινίες του. Από το 1912 ώς το 1918 αξιοποίησε το ταλέντο του σε πολλές μικρές κωμωδίες του βωβού κινηματογράφου, δημιουργώντας τον τύπο του Σαρλό. Ο ίδιος όχι μόνο πρωταγωνιστούσε, αλλά ήταν επίσης ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και συνθέτης της Μουσικής των ταινιών του. Η παγκόσμια καταξίωση ήρθε μέσα από τις μεγάλου μήκους ταινίες του, όπως οι Μοντέρνοι καιροί, Ο Μεγάλος Δικτάτωρ, Τα φώτα της πόλης, Ο κύριος Βερντού και άλλες, που τον κατέταξαν ανάμεσα στους σημαντικότερους...

Ανν Σέξτον - Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας

Εικόνα
Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι; Έσβησαν το φως και το σκοτάδι κινείται στη γωνία. Δεν υπάρχουν πινακίδες σ’ αυτό το δωμάτιο, τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα, όλες τους με πάνες. Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν τη νύχτα που με αφήσαν σ’ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο. Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί. Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο. Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική και με κάποιον παράξενο τρόπο η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα. Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα. Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ. Το κρύο του Νοέμβρη σ’ άρπαζε απ’ τον λαιμό, ακόμα και τ’ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή, χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει ένα τραγούδι στο κεφάλι. Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα. Με έδεσαν σ’ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο, μόνο το ραδιόφωνο πο...

Γιάννης Σκαρίμπας - Το εισιτήριο

Εικόνα
  ΝΑΝΑΙ σαν νάμουν έτοιμος. Και νάναι Σαν νάχω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι Ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε Μεσ’ στους καπνούς του -όρνιο- ένα καράβι. Κι εγώ να ψάχνουμαι εδωχάμω. Και όλο- όλο …το … ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ να λέω σύντρόφοι ωραίοι!… και να μην έρχεται μια βάρκα έως το μώλο να μην φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι… Οι βαρκαρέοι!… Το εισιτήριο!.. Να τρέμει -ζαγάρι εντός μου- η Χαλκίδα και τα όρη. Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι Μετέωρο -μες τστις αχλές του- το βαπόρι… Ω διάολε!… όλα νάχουν χαθεί και νάχουν πάει Κι οι άνθρωποι δραπετεύσει από τους τόπους Κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει Χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους… Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο. Και όλο Να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω - κι όλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο και όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω Διαβάστε επίσης: Γιάννης Σκαρίμπας Πηγή: Ποιείν

Γεώργιος Δροσίνης - Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια»

Εικόνα
Ὦ θαλασσοθεμέλιωτα καὶ ἡλιόσκεπα παλάτια, Χτισμένα ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς θερινῆς βραδιᾶς, «Δὲν θέλω τοῦ κισσοῦ τὸ πλάνο ψήλωμα σὲ ξένα ἀναστυλώματα δεμένο ἂς εἶμαι ἕνα καλάμι, ἕνα χαμόδεντρο, μὰ ὅσο ἀνεβαίνω, μόνος ν᾿ ἀνεβαίνω. Δὲν θέλω τοῦ γιαλοῦ τὸ λαμποφέγγισμα ποὺ δείχνεται ἄσπρο μὲ τοῦ ἥλιου τὴ χάρη θέλω νὰ δίνω φῶς ἀπὸ τὴ φλόγα μου κι ἂς εἶμαι ἕνα ταπεινὸ λυχνάρι» Διαβάστε επίσης: Γεώργιος Δροσίνης Πηγή: Γεώργιος Δροσίνης - Ποιήματα

Γιάννης Ψυχάρης - Εκείνος

Εικόνα
Κοιτάζω την ακρογιαλιά μου την έρημη και συλλογιούμαι τη δική σου, την ολοζώντανη. Πότε θα σμίξουμε ξανά; Όταν ήρθες, μου άγιασες εδώ τον ουρανό, τη θάλασσα και τη γίς. Τώρα πια δεν μπορώ να μείνω μόνος. Του κάκου γυρέβω να διω το βήμα σου στην άμμο, νακούσω τη φωνή στου στον αέρα που περνά ή στο κύμα που παίζει. Τη μικρή μου θέλω εγώ, τη μικρή μου ψυχή και σάρκα, που σάρκα και ψυχή τη λατρέβω. Θέλεις να σε συλλογιούμαι παντοτινά, δίχως να χαίρουμαι το πρόσωπό σου; Την κουβέντα σου διψώ, το βιβλίο της καρδιάς σου λαχταρώ να ξεφυλλίσω. Η αγάπη σου είναι η ζωή μου. Τη σιχάθηκα την ακρογιαλιά την έρημη όπου μ΄ αφίνεις. Θα πεταχτώ στη δική σου, αφού σ΄ αγαπώ.-   21 του Σταυρού, 1911   Περιοδικό Ο Νουμάς , τόμος 9, τεύχος 450 (1911), σ. 531. Διαβάστε επίσης: Γιάννης Ψυχάρης Πηγή:  Κείμενα μαζί

Όλιβερ Χάρντι

Εικόνα
Όλιβερ Χάρντι Ο Όλιβερ Χάρντι ( Oliver Hardy , 18 Ιανουαρίου 1892 - 7 Αυγούστου 1957) ήταν Αμερικανός ηθοποιός, γνωστός ως ο "Χοντρός" του κωμικού διδύμου Χοντρός και Λιγνός. Βιογραφία Ο Νόρβεν Χάρντι, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ξεκίνησε τη ζωή του ως όμορφος μπέμπης σε μία πολυμελή οικογένεια στην Τζόρτζια και ήταν το μικρότερο από έξι παιδιά. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και πέθανε όταν ο Όλιβερ ήταν 10 ετών. " Νομίζω ότι δεν αποφάσισα ποτέ τη ζωή μου το οριστικό μου επάγγελμα. Θέλησα να ακολουθήσω τα νομικά αλλά σύντομα εγκατέλειψα τις σπουδές ". Είχε φυσική κλίση στο τραγούδι (όλη η οικογένεια αγαπούσε τη μουσική) και σπούδασε μάλιστα τενόρος στη Μουσική Ακαδημία της Ατλάντας. Πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο το 1914 (στην ταινία Outwitting Dad ) και στα επόμενα χρόνια ερμήνευσε δευτερεύοντες ρόλους. Ζύγιζε 127 κιλά και είχε ύψος 1,88 μ. Η αγάπη του στο φαγητό τον βοήθησε να διατηρήσει τον όγκο του, αν και νέος ασχολιόταν με τα σ...

Δημοσθένης Βουτυράς - Γιατί λυπάσαι;

Εικόνα
Όταν αφήσανε τον Κούρμα απ΄ τη φυλακή, ήτανε νύχτα. Και του φάνηκε παράξενο, πώς τον βγάλανε τέτοια ώρα, και γιατί. Αλλά χωρίς να ρωτήσει, χωρίς τίποτα να πει, έφυγε και πήρε το δρόμο της πόλης. Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος άστρα. Φυσούσε όμως, άνεμος ψυχρός, που τον έκανε να τρέμει. Στην πόλη, όταν έφτασε είδε σκοτεινούς τους δρόμους, κατασκότεινους. Αλλά τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, φωτισμένα όμως με μικρό φως. Και στους σκοτεινούς δρόμους, πλήθος ανθρώπων γύριζε σιωπηλό, ή όταν μιλούσε, θα μιλούσε σιγά, αθόρυβα. — Μα γιατί κάνουν έτσι, γιατί είναι σκοτεινά; σκέφτηκε και θέλησε να ρωτήσει. Αλλά με μιας: — Τι με μέλλει! Δεν πάω καλύτερα να βρω καμιά μεριά να τον πάρω! είπε. Στο νου τού ήρθε μια σπηλιά, πούχε μείνει κάποτε, ολόκληρη μέρα. Και περνώντας τους δρόμους τους σκοτεινούς, και χωρίς να δίνει προσοχή στο πλήθος που γύριζε, έφτασε σε μια ψηλή και ερημικιά παραλία. Εκεί κοντά βρισκόταν η σπηλιά. Στάθηκε όμως, άτυχος. Γιατί βρήκε την σπηλιά νάχει πόρτα τώρα, και πόρτ...