Μάριο Μπενεδέτι - Τὸ ἄλλο Ἐγὼ
Μάριο Μπενεδέτι Επρόκειτο γιὰ ἕναν συνηθισμένο νεαρό: τὰ παντελόνια του ἔκαναν πάντα γόνατα, διάβαζε εἰκονογραφημένα περιοδικά, ἔκανε θόρυβο ὅταν ἔτρωγε, ἔβαζε τὸ δάχτυλο στὴ μύτη του, ροχάλιζε ὅταν τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος, τὸν ἔλεγαν Ἀρμάντο. Συνηθισμένο σὲ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα πράγμα: εἶχε ἄλλο Ἐγώ. Τὸ ἄλλο Ἐγὼ κοιτοῦσε μὲ μιὰ δόση ποίησης στὴ ματιά, ἐρωτεύονταν ἠθοποιούς, ἔλεγε ψέματα μὲ ἐπιφύλαξη, συγκινοῦνταν τὰ δειλινά. Τὸν νεαρὸ τὸν ἀνησυχοῦσε πολὺ τὸ ἄλλο του Ἐγὼ καὶ τὸν ἔκανε νὰ νιώθει ἄσχημα μπροστὰ στοὺς φίλους του. Ἀπ’ τὴν ἄλλη πλευρά, τὸ ἄλλο Ἐγὼ ἦταν μελαγχολικὸ καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ ὁ Ἀρμάντο δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ὅσο ἀγροῖκος θὰ ἤθελε. Ἕνα ἀπόγευμα ὁ Ἀρμάντο γύρισε σπίτι κουρασμένος ἀπὸ τὴ δουλειά, ἔβγαλε τὰ παπούτσια, κούνησε ἀργὰ τὰ δάχτυλα τῶν ποδιῶ...