Translate

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Μάριο Μπενεδέτι - Τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ




Ο Μάριο Μπενεδέτι.
Μάριο Μπενεδέτι

Επρόκειτο γιὰ ἕ­ναν συ­νη­θι­σμέ­νο νε­α­ρό: τὰ παν­τε­λό­νια του ἔ­κα­ναν πάν­τα γό­να­τα, δι­ά­βα­ζε εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πε­ρι­ο­δι­κά, ἔ­κα­νε θό­ρυ­βο ὅ­ταν ἔ­τρω­γε, ἔ­βα­ζε τὸ δά­χτυ­λο στὴ μύ­τη του, ρο­χά­λι­ζε ὅ­ταν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος, τὸν ἔ­λε­γαν Ἀρ­μάν­το. Συ­νη­θι­σμέ­νο σὲ ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να πράγ­μα: εἶ­χε ἄλ­λο Ἐ­γώ.
      Τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ κοι­τοῦ­σε μὲ μιὰ δό­ση ποί­η­σης στὴ μα­τιά, ἐ­ρω­τεύ­ον­ταν ἠ­θο­ποι­ούς, ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, συγ­κι­νοῦν­ταν τὰ δει­λι­νά. Τὸν νε­α­ρὸ τὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε πο­λὺ τὸ ἄλ­λο του Ἐ­γὼ καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θει ἄ­σχη­μα μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἦ­ταν με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ Ἀρ­μάν­το δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὅ­σο ἀ­γροῖ­κος θὰ ἤ­θε­λε.
     Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὁ Ἀρ­μάν­το γύ­ρι­σε σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια, κού­νη­σε ἀρ­γὰ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του κι ἔ­βα­λε τὸ ρά­διο. Τὸ ρά­διο εἶ­χε Μό­τσαρτ, ἀλ­λὰ ὁ νε­α­ρὸς κοι­μή­θη­κε. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἔ­κλαι­γε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ νέ­ος δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει, με­τὰ ὅ­μως πῆ­ρε τὰ πά­νω του καὶ πρό­σβαλ­λε μὲ εὐ­συ­νει­δη­σί­α τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ. Ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ αὐ­το­κτό­νη­σε.
     Στὴν ἀρ­χὴ ὁ θά­να­τος τοῦ ἄλ­λου Ἐ­γὼ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­να σκλη­ρὸ χτύ­πη­μα γιὰ τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το, στὴ συ­νέ­χεια, ὅ­μως, σκέ­φτη­κε, ὅ­τι τώ­ρα ναί, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἀ­γροῖ­κος. Αὐ­τὴ ἡ σκέ­ψη τὸν πα­ρη­γό­ρη­σε.
     Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει πα­ρὰ μο­νά­χα πέν­τε μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἦ­ταν σὲ πέν­θος, ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο μὲ σκο­πὸ νὰ πε­ρι­φέ­ρει τὴν και­νούρ­για καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­γριά­δα του. Εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ τοὺς φί­λους του νὰ πλη­σιά­ζουν. Αὐ­τὸ τὸν γέ­μι­σε μὲ τό­ση χα­ρὰ ποὺ ξέ­σπα­σε ἀ­μέ­σως σὲ χά­χα­να. Κι ὡ­στό­σο, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι πέ­ρα­σαν δί­πλα του, δὲν κα­τά­λα­βαν τὴν πα­ρου­σί­α του. Καὶ δὲν ἔ­φτα­νε μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ὁ νέ­ος κα­τά­φε­ρε ν’­ἀ­κού­σει ποὺ ἔ­λε­γαν: «Τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το. Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἔ­μοια­ζε τό­σο δυ­να­τὸς καὶ ὑ­γι­ής.»
     Ὁ νέ­ος στα­μά­τη­σε νὰ γε­λά­ει καὶ ταυ­τό­χρο­να ἔ­νι­ω­σε στὸ ὕ­ψος τοῦ στέρ­νου ἕ­να πνί­ξι­μο ποὺ ἔ­μοια­ζε ἀρ­κε­τὰ μὲ νο­σταλ­γία. Δὲν μπό­ρε­σε ὅ­μως νὰ νι­ώ­σει πραγ­μα­τι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, για­τί ὅ­λη τὴν με­λαγ­χο­λί­α τὴν εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ.

Μετάφραση: Νάνση Αγγελή

Διαβάστε επίσης: Mario Benedetti 
Πηγή: Bonsai Stories

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου