Γιούλη Μπάρη - Ψάχνοντας το γιατί
Ήταν μια Αυγουστιάτικη νύχτα, μια ζεστή και πνιγηρή Αυγουστιάτικη νύχτα. Γδύθηκαν σβέλτα και έπεσαν στο κρεβάτι, δίχως καληνύχτα. Εσχάτως είχαν κόψει ακόμα και αυτό. Ούτε καλημέρα, ούτε καληνύχτα, ούτε ένα υποτυπώδες ενδιαφέρον για το πώς κύλησε η μέρα του καθενός. Τίποτα. Βυθισμένοι στις εσώτερες σκέψεις τους, αγνοούσαν ο ένας τον άλλο, θαρρείς συμφωνημένα. Μ' όλη την αποπνικτική ζέστη, το αμυδρό αεράκι έφερνε την μυρωδιά των γιασεμιών κατευθείαν στα ρουθούνια της και, ρουφώντας επιδεικτικά την μύτη της, εισχωρούσε ως τα πνευμόνια της το γλυκό άρωμα, ένα άρωμα που της θύμιζε πολλά. Τον πήρε κατευθείαν ο ύπνος, και έτσι της δόθηκε η ευκαιρία να τον παρατηρήσει, ενδεχομένως να γνωρίσει αυτό το πρόσωπο απ' την αρχή. Έχασκε πέρα το στόμα του, μισάνοιχτο, χαράζοντας από την άκρη των λαξεμένων χειλιών του μέχρι το μαξιλάρι ένα μονοπάτι υγρό από σάλια. Η ανάσα του ήταν έντονη, ακουγόταν κοφτή και σφυριχτή, και το πρόσωπο του -Ώ το πρόσωπο του!- φάνταζε μακάρι...