Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Κώστας Βάρναλης

Κώστας Βάρναλης - Τὸ ἀηδόνι

Εικόνα
Αηδόνι: από τον Chris Buzelli Μάννα, ζεστὴ ἀγουροξυπνᾷς μέσα σὲ χίλια ἀρώματα, φῶτα πολλὰ καὶ χρώματα καὶ μοναχὰ ἀπ᾿ τὸ γγίμα τ᾿ ἀγέρα δένουν μέσα σου κόσμοι καὶ κόσμοι χύμα! Ἐρωτοφύσημα κι᾿ ἐγὼ τὸ λαμπερό σου φλούδι τὸ σπάω μὲ τὸ τραγούδι, ποὺ τὴν ἁπλὴ χαρά μου ὑψώνει στὰ μεσούρανα πλέον ἄξια ἀπ᾿ τὰ φτερά μου. Μες᾿ στ᾿ ἄνθη τῆς ροδακινιᾶς, στῆς λεύκας τὴν κορφή, ὅπου ἤσκιωμα βαθὺ κι᾿ ὅπου κρύες βρυσοῦλες πάω τῆς καρδιᾶς μου καὶ μετράω λαχτάρες καὶ τρεμοῦλες. Μ᾿ ἀστροφεγγιὲς ὁλόβαθες, τριανταφυλλιὰ χαράματα, μὲ φεγγαρομαλάματα κι᾿ ὅταν σιγὰ κι᾿ ἀγάλι βρέχει οὐρανὸς σὲ μιὰ μεριὰ κι᾿ ἠλιοφωτάει στὴν ἄλλη, τοῦ λαρυγγιοῦ δονῶ ἀψηλά τη φουσκωμένη φλέβα κι᾿ ἀνέβα ὁ ἀχὸς ἀνέβα ὅλο καὶ πιὸ μεστώνει καὶ τὸν ἀγέρα, ξέχειλον ἀπὸ ἡδονές, ματώνει. Κι᾿ ὅταν σωπάσῃ μου ἡ καρδιὰ καὶ τὸ λαρύγγι σπάσῃ, στὴ μαγεμένη πλάση καὶ στὴν καρδιά, ποὺ νιώθει, καιρὸ βαστᾷ ὁ ἀντίλαλος, καιρὸ πονᾶνε οἱ πόθοι. Ὤ! δὲ θαμπώνει τὴ λαλιά μου θανάτου φοβέ...

Κώστας Βάρναλης - Οι πόνοι της Παναγιάς

Εικόνα
Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική; Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή, που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις. Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό, θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό, από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης. Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό. Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ, να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι, κ’ υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι... Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής, κι η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μη την πεις. Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν. Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σα...

Κώστας Βάρναλης - Αὐτονεκρολογία

Εικόνα
Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων, κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος, κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι. Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα» κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου: νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος. Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια. Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία. Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος. Ὅσο τὰ χρόνια ἀσπρίζαν στὴν κορφή μου, τόσο βαθιὰ μοῦ μάτωνεν ἡ ἐλπίδα. Μάθαινα πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι δειλία κι ἡ καλοσύνη ἀγιάτρευτο κακό. Ἥρωας δὲν ἤμουν, μ᾿ ἔκαμνεν ὁ φόβος (ἢ θὰ σκοτώσεις ἢ θὰ σκοτωθεῖς) νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό. Νὰ γελιέμαι πὼς ζῶ, ξεπόρτιζα ἔξω. Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή. Πιανόμουν ἀπὸ κάγκελα καὶ πόρτες μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι ὄχι ἐγώ! Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου: γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι. Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰ...

Κώστας Βάρναλης

Εικόνα
Αναμνηστική πλάκα στη βουλγαρική γλώσσα για τον Κώστα Βάρναλη στη γενέτειρα πόλη του Μπουργκάς   O Κώστας Βάρναλης (14 Φεβρουαρίου 1884 – 16 Δεκεμβρίου 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Βιογραφία Τα πρώτα χρόνια Γεννήθηκε στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας, το σημερινό (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884 [1] , όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες — το επίθετο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς [2] [3] [4] . Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία και εκεί πήρε μέρος στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητ...

Κώστας Βάρναλης - Παράδεισος

Εικόνα
Λεύτερος νά ῾σαι δοῦλος ὁποιανοῦ, λεύτερος νὰ μιλᾷς, ὅταν κοιμᾶσαι, λεύτερος, χρόνια νὰ τὰ κυνηγᾷς τῶν Γιούρων τὰ ποντίκια μὴ σὲ φᾶνε. Στὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου νὰ χιλιάζουν τὰ ψέματα – τῆς μύγας τὰ σκουλήκια -, νά ῾σαι τῆς Ἱστορίας γελοιογράφος, ἀφέντης δίχως πιθαμὴ δικιά σου. Σὰν τὴ στέρφα γουρούνα τ᾿ Ἅι-Ἀντώνη, μισότυφλη ἀπὸ πάχητα καὶ νύστα, νὰ νείρεσαι πὼς κολυμπᾷς σὲ κάτουρα καὶ ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»! Διαβάστε επίσης:  Κώστας Βάρναλης   Πηγή:  Κώστας Βάρναλης - Ποιήματα

Κώστας Βάρναλης - Ἀρχὴ σοφίας

Εικόνα
  «Φρόνιμα καὶ ταχτικὰ πάω μὲ κεῖνον ποὺ νικᾷ». Ὁ ἕνας  Λίγη δροσιά, οὐρανέ μου, καὶ χάηδεμα τ᾿ ἀνέμου, κελάηδημα πουλιοῦ, ξανάνιωμ᾿ Ἀπριλιοῦ! Ἀνάσ᾿, ἀνάσα λίγη! Χρόνια ἡ θελιὰ μᾶς πνίγει. Λίγη χαρὰ σ᾿ ἀφτὰ τὰ σκοτεινὰ γραφτά! Σοῦ πήρανε, λαέ μου, τὸ δίκιο τοῦ πολέμου πατριδοκαταλύτες, ξένοι καὶ ντόπιο ἀλῆτες! Ὁ ἄλλος  Ἂν θέλεις νὰ χαρεῖς τὴ λεφτεριά, νωρὶς γίνε προδότης, γίνε! Τιμή, ντροπὴ δὲν εἶναι. Θά ῾ναι μαζί σου οἱ νόμοι κι ἡ πλερωμένη γνώμη! Πέτα τὴν ἀνθρωπιά σου κι ἀπ᾿ τὸν ἀφέντη πιάσου! Κι ἅμα σὲ φτύνει ἀφτός, νὰ κάθεσαι σκυφτὸς καὶ θά ῾χεις τὰ πρωτεῖα στὴ σάπια πολιτεία. Ὁ λαός  Ἔξω τοῦ ἀφέντη ἁρμάδα φυλάει, μὲ μπούκα ὀρθή, τὸ λείψανό σου, Ἑλλάδα, μὴν ξάφνου ἀναστηθεῖ! Πηγή:  Κώστας Βάρναλης - Ποιήματα Διαβάστε επίσης: Κώστας Βάρναλης  

Κώστας Βάρναλης - Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ

Εικόνα
Christ of Saint John of the Cross, Salvador Dalí Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι, ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες! Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει. Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα, τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα, νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα! Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει (ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει) σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση! Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . . καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . . νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι, τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι. Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι, μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι, (ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι. Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τ...

Κώστας Βάρναλης - Η Μαγδαληνή

Εικόνα
Δομήνικος Θεοτοκόπουλος   Μέσ' σε παλάτια, που σα σπήλια αντήχαν απ' τις μουσικές   κι' αστράβαν απ' τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα,   στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκές   γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δάγκωναν σαν οχιές   στην κρουσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλιστρούσε νότα. Στην τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία εγώ μουν η Πηγή : του κόρφου μου τ' αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.   Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη,   σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.   Ο έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα. Σκοτάδια ήτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι' αμμουδιά και στα γλυκά τα χείλια μου πικρά πολύ τα γέλια.   Και μου τινάζαν άξαφνα τ' αγνώστου φόβοι την καρδιά   και μου κοβόταν η αναπνιά μέσ' σε φορέματα φαρδιά-   απ' του θριάμβου την κορφή μακριά ‘βλεπα συντέλεια. Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά, σιγά Ωραίος ...

Κώστας Βάρναλης - Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου

Εικόνα
Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια! Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό! Μεροδούλι, ξενοδούλι! Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι, οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό. Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια, παραβγαίνανε στὴν παίδεια μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά, φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά! Ἀνωχώρι, Κατωχώρι, ἀνηφόρι, κατηφόρι, καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή, ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή. Εἴκοσι χρονῶ γομάρι σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά. Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι (ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι) ὄργωνα στὰ ρέματα τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα. Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα» κουβαλοῦσα πολυβόλα νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ. Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη ἐκουβάλησα τὴ νύφη καὶ τὴν προῖκα της βουνό, τὴν τιμή της οὐρανό! Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ νὰ γκαρίζω, ν...

Κώστας Βάρναλης - Οι μοιραίοι

Εικόνα
Αλέξανδρος Χριστοφής (Καυγάς στην ταβέρνα - 1946) Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα, μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές, (ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα) ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές, ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια, νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια. Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς, ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς! Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται! (Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ, ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ, λάμπετε-σβήνετε μακριά μας, χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!) Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό, στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι. -Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας! -Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ! -Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας! -Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί! «Ποιὸς φταίει; Ποιὸς...