Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2015

Κώστας Βάρναλης - Παράδεισος

Εικόνα
Λεύτερος νά ῾σαι δοῦλος ὁποιανοῦ, λεύτερος νὰ μιλᾷς, ὅταν κοιμᾶσαι, λεύτερος, χρόνια νὰ τὰ κυνηγᾷς τῶν Γιούρων τὰ ποντίκια μὴ σὲ φᾶνε. Στὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου νὰ χιλιάζουν τὰ ψέματα – τῆς μύγας τὰ σκουλήκια -, νά ῾σαι τῆς Ἱστορίας γελοιογράφος, ἀφέντης δίχως πιθαμὴ δικιά σου. Σὰν τὴ στέρφα γουρούνα τ᾿ Ἅι-Ἀντώνη, μισότυφλη ἀπὸ πάχητα καὶ νύστα, νὰ νείρεσαι πὼς κολυμπᾷς σὲ κάτουρα καὶ ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»! Διαβάστε επίσης:  Κώστας Βάρναλης   Πηγή:  Κώστας Βάρναλης - Ποιήματα

Κλωντ Μονέ - Ζωγραφική (Ι)

Εικόνα
Cabane des douaniers, effet d'après-midi (1882) Grainstack, Sun in the Mist Rocks at Belle-lle, Port-Domois Alice Hoschedé, second wife of Claude Monet and mother of Blanche Hoschedé Monet, 1878 The Luncheon Πηγή: Wikimedia Commons Διαβάστε επίσης:  Κλωντ Μονέ  

Βασίλειος Αναγνώστης - Οι Ώρες των Αιώνων

Εικόνα
ΦωτοΣταλιες στην θαλασσα οι Ωρες των Αιωνων. Ο Ηλιος, αιωνιος φυσητης χρυσωνει τα ιστια. Η Γη, Παραδεισος, Δροσια, ΠρωτΑρχικη Πηγη μας. Το Κυμα ανεμοδιωκτο, τρεφει χρυσες Ελπιδες. Ο Αγερας φυσαει στης θλιψης μας το ολολευκο κοχυλι. Και σμιγει το τραγουδι του με το ΑστρΟνειρο μας. Αρπαζοντας τους κεραυνους, τοξευοντας το Θολο. Και οι Αβραδιαστοι Ψαλμωδοι, με εικονοφορες λεξεις. Εμβαζουν στα υπερκοσμια, οδοποιουν στο Χαος. Σμιγουν τις χροες, τα σχηματα, τις ευωδιες, τους ηχους. Σοδειαζουν με δαγκωματιες από υγραλατες ρογες. Κρασια αμεθυστα, Ομηρικα που ευφραινουν τις καρδιες μας. Και ισορροπουν το Είναι μας στου Συμπαντος το Κεντρο. Κυρωνουν το Αιωνιο, και το φθαρτο ακυρωνουν. Βασίλειος Αναγνώστης

Γιάννης Ρίτσος - Τὸ σβησμένο φανάρι

Εικόνα
Θά ῾θέλᾳ - λέει- ν᾿ ἀφήσω στὸν καθένα σας αὐτὸ τὸ βλέμμα τοῦ ἤρεμου θαυμασμοῦ μπροστὰ στὸ λιόγερμα.  Θά ῾θέλᾳ ἀκόμη νὰ σᾶς ἀφήσω τὸ περίλυπο ἄκουσμα τῆς ἔρημης φωνῆς τοῦ ἰχθυοπώλη στὰ πρωινὰ τοῦ Ἰουλίου καὶ τὸ βόμβο τῆς μέλισσας μέσα σ᾿ ἕνα τριαντάφυλλο ἢ τὸ ἄηχο «ἄχ» μιᾶς λευκῆς πεταλούδας πλάι στὸ μὼβ λουλούδι. Περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα θά ῾θελᾳ νὰ σᾶς ἀφήσω τὸν τρόπο τῆς ἀλλαγῆς τῶν χρωμάτων πρὸς τὸ ἀσῆμι καὶ τὸ ρόδινο ὅταν ἡ πόρτα κλείνει καὶ σκοτεινιάζουν τὰ δωμάτια κι ὡστόσο οἱ καθρέφτες διατηροῦν ἀνέπαφη τὴν εἰκόνα τῆς θάλασσας, γι᾿ αὐτὸ γαλανίζουν τὰ σεντόνια στὸ μεγάλο γαμήλιο κρεβάτι τῶν νεκρῶν.  Θά ῾θελα ἀλλὰ τούτη τὴν ὥρα μὲ πρόλαβε ὁ Ἀόρατος, ὁ Πανταχοῦ καὶ Πάντοτε Παρών, μοῦ ῾σβησε τὸ φανάρι καὶ πιὰ δὲ βλέπω οὔτε νὰ δείξω τίποτα κι οὔτε νὰ περπατήσω. Διαβάστε επίσης:  Γιάννης Ρίτσος Πηγή:  Γιάννης Ρίτσος - Ποιήματα

Μαρία Πολυδούρη - Του Καρυωτάκη

Εικόνα
«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ' ηύραν εσύ να λείπης. Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης. Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, από τη μόνωσή σου ένα σημείο από φωτιά τους έστελνες· γνωρίζαν το θλιβερό χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου τους δρόμους κι' όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν. Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου. Κι' όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου. Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιά ολοένα. Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο. Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο. Ανέκδοτα ποιήματα (Πολυδούρη) Διαβάστε επίσης:  Μαρία Πολυδούρη                        ...

Άννα Αχμάτοβα - Περίπατος

Εικόνα
  Χάθηκε το φτερό στης άμαξας τη σκεπή  Κι εγώ τον κοίταξα στα μάτια.  Σφιγγόταν η καρδιά, δίχως να ξέρει καν  Της θλίψης τις αιτίες.  Το δείλι μ’ άπνοια και θλίψη ήταν δεμένο  Κάτω απ’ τον θόλο του συννεφιασμένου ουρανού  Και σα σκιά ζωγραφιστή  Στο άλμπουμ το παλιό, το δάσος της Βουλώνης.  Βενζίνης μυρωδιά και πασχαλιάς  Μια ταραγμένη ηρεμία…  Το γόνατο μου άγγιξε και πάλι  Δίχως το χέρι να σκιρτήσει καν.  Μάιος 1913  Πηγή: Homo Universalis Διαβάστε επίσης:  Άννα Αχμάτοβα

Βασίλειος Αναγνώστης - Αναμασώντας τη Νυχτιά

Εικόνα
Λουϊζα, Λάδι και Κρασι, Λιβάνι και Θυμάρι. Δεητικώς συνομιλούν, στο Αβαρές σαλπίζουν. ΠαραΜυθία, Ιώδιο, Βάλσαμο στην Πληγή μας. ΕνΒαπτιστές στο ΑστρΌνειρο, σκάφτουν Αναβαθμίδες. Λουριά, Σκαλιά, στον Διάμεσο Αιθέρα της Καρδιάς. Πόματα αψιά, που ξεδιψούν, την Πείνα θεραπεύουν. Οι Λόγοι, οι ΕνδόΦωνοι, οι ΕνκεΧαραγμένοι. Που το πρωί της Κυριακής, της γιορτινής ημέρας. Λυώνουν στο Θυσιαστήριο, Λιβάνι της Ψυχής μας. Τη βοηθεία των Ψαλτών, των Χειροθετημένων. Και μας χαράσσουν Στίγματα, ΦωτόΒραχους Παλμώνουν. Τα Τάλαντα Φωνοκτυπούν, χορδίζουν τα Ψαλτήρια. Ορθώνοντας Επτάστηλες, Λευκαντικές Διαθήκες. Να αγγίξομε το Ουράνιο, την ΠάνΦωτη Ψυχή μας. Και Λευκοφόροι, ΑείΖωοι, να φωτοδεντριστούμε. ΣυνΛειτουργοί, μετάρσιοι, Σηματωροί ΑΡΡΗΤΩΝ. Καψαλιστές δροσίπυροι, Αχρονιστές του Χρόνου. Φωτοσθενείς, ατρόμητοι, λοστοί από Καμίνι. Επτάκαυστο, ΠυρίΔροσο,  με Πνεύμα ψαλμισμένο. Που ξεφλουδιάζουν τον Καιρό, ψαύουνε την Ουσία. ΟρθόΦων...

Πηνελόπη Δέλτα - Παραμύθι χωρίς όνομα (Κεφάλαιο Γ΄ - Στο φτωχικό της κυρα - Φρόνησης)

Εικόνα
  Τρεχάτος ξανανέβηκε στο παλάτι ο Πανουργάκος και μπήκε στο δωμάτιο, όπου Βασιλιάς, Βασίλισσα, Βασιλοπούλες και παρακόρες, καθισμένοι όλοι στο γύρο, κοίταζαν, ξεκαρδισμένοι στα γέλια, τα στραβομούτσουνα και τα καραγκιοζιλίκια που έκανε ένας τζοτζές κοντός, καμπούρης και στραβοκάνης. Πλάγι στο παράθυρο στέκουνταν το Βασιλόπουλο που κουβέντιαζε με την Ειρηνούλα, και της έλεγε τις ομορφιές του δάσους που είχε πάγει το απόγευμα. Οι φωνές των άλλων, σαν μπήκε ο Πανουργάκος, διέκοψαν την κουβέντα τους, και τα δυο αδέλφια γύρισαν ξαφνισμένα. Ο αρχικαγκελάριος άνοιξε με υπερηφάνεια το σακούλι του, και από μέσα έβγαλε δυο κότες ψημένες, τρεις μποτίλιες κρασί, ένα μεγάλο παστίτσιο, κι ένα καλάθι κατακόκκινες φράουλες. - Τα έφερα, Αφέντη μου, από τον Άρχοντα εξάδελφο σου, αποκρίθηκε στα ρωτήματα του Βασιλιά. - Γεια σου, καλέ μου Πανουργάκο! είπε ο Αστόχαστος. Αύριο θύμισε μου να σου δώσω το Διαμαντοστόλιστο Μεγαλόσταυρο της Αχαλίνωτου Αφοσιώσεως, γιατί σου αξίζει. ...