Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Δημοσθένης Βουτυράς

Δημοσθένης Βουτυράς - Γιατί λυπάσαι;

Εικόνα
Όταν αφήσανε τον Κούρμα απ΄ τη φυλακή, ήτανε νύχτα. Και του φάνηκε παράξενο, πώς τον βγάλανε τέτοια ώρα, και γιατί. Αλλά χωρίς να ρωτήσει, χωρίς τίποτα να πει, έφυγε και πήρε το δρόμο της πόλης. Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος άστρα. Φυσούσε όμως, άνεμος ψυχρός, που τον έκανε να τρέμει. Στην πόλη, όταν έφτασε είδε σκοτεινούς τους δρόμους, κατασκότεινους. Αλλά τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, φωτισμένα όμως με μικρό φως. Και στους σκοτεινούς δρόμους, πλήθος ανθρώπων γύριζε σιωπηλό, ή όταν μιλούσε, θα μιλούσε σιγά, αθόρυβα. — Μα γιατί κάνουν έτσι, γιατί είναι σκοτεινά; σκέφτηκε και θέλησε να ρωτήσει. Αλλά με μιας: — Τι με μέλλει! Δεν πάω καλύτερα να βρω καμιά μεριά να τον πάρω! είπε. Στο νου τού ήρθε μια σπηλιά, πούχε μείνει κάποτε, ολόκληρη μέρα. Και περνώντας τους δρόμους τους σκοτεινούς, και χωρίς να δίνει προσοχή στο πλήθος που γύριζε, έφτασε σε μια ψηλή και ερημικιά παραλία. Εκεί κοντά βρισκόταν η σπηλιά. Στάθηκε όμως, άτυχος. Γιατί βρήκε την σπηλιά νάχει πόρτα τώρα, και πόρτ...

Δημοσθένης Βουτυράς - Ο ταξιδιώτης

Εικόνα
  - Έτοιμα όλα! Είπε στον Ηλία Μαρίδη η γυναίκα του ανοίγοντας την πόρτα. Και χωρίς να προσέξει στη ματιά, που της έρριξε, και ήταν αυτή γεμάτη έχθρα, άρχισε να του λέει για τις ετοιμασίες, που είχε κάνει τη νύχτα, ενώ αυτός κοιμότανε. Και εύρισκε πως απ' όλους, όσοι ήτανε για την ξενητιά, αυτός θα ήταν πιο καλά συγυρισμένος... Ο Ηλίας, ξαπλωμένος στο κρεββάτι, δεν μιλούσε· αισθανόταν όμως τα λόγια της να τον πειράζουνε, τα αισθανότανε σαν παγωμένο νερό να στάζουν πάνω του. Η γυναίκα του, επιτέλους, έφυγε, τον άφησε μόνο. Αναστέναξε: - Τα 'θελες, τα 'παθες!.. είπε στον εαυτό του. Το είχε μετανοιώσει, που θα φευγε, μα πώς να κάνει; Αν δεν έφευγε και τώρα, που είχε δώσει το λόγο του, θα γινότανε ρεζίλης. - Τα 'θελες, τα 'παθες!.. είπε πάλι στον εαυτό του και αισθάνθηκε θυμό, θυμό εναντίον του, που όλο ζητούσε να ξενιτευτεί, ενώ δεν είχε το θάρρος και κινούσε και τους άλλους να πάνε. Και φεύγανε...

Δημοσθένης Βουτυράς

Εικόνα
Δημοσθένης Βουτυράς   Ο Δημοσθένης Βουτυράς (1872- 1958) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες διηγηματογράφους και πεζογράφους της ελληνικής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου. Στα έργα του περιγράφει κυρίως τις περιπέτειες των φτωχών ανθρώπων, των περιθωριακών και των απόκληρων, που άλλωστε τον γοήτευαν. Αρκετοί κριτικοί τον έχουν χαρακτηρίσει ως ''ο Μαξίμ Γκόρκι της Ελλάδας''. [1] Πολλοί σύγχρονοί του λογοτέχνες επηρεάστηκαν από το έργο του. Η ζωή του Ο Δημοσθένης Βουτυράς γεννήθηκε το 1872 στην Κωνσταντινούπολη αλλά η καταγωγή του ήταν από την Κέα, όπου και πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον πρώτα στο Μεσολόγγι και στην συνέχεια στον Πειραιά της Αθήνας, όπου ο πατέρας του διορίστηκε συμβολαιογράφος. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό και ξεκίνησε το Γυμνάσιο, το οποίο όμως διέκοψε. Αν και ήταν καλλίφωνος, δεν καλλιέργησε το ταλέντο του λόγω του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του. Μετά τις κρίσε...

Δημοσθένης Βουτυράς - Ο θησαυρός

Εικόνα
Κείνο το βράδυ ο Παλούκης είχε αργήσει πολύ και η παρέα του, που δεν ήξερε τι να πει γι' αυτό, άμα τον είδε εφώναξε, ούρλιασε σηκώνοντας τα ποτήρια ψηλά: Ζήτω!.. Αυτός εκάθησε κοντά τους, αλλά χωρίς την όρεξη, που είχε άλλοτε, όταν βρισκόταν εκεί, για ομιλίες, για πειράγματα, για βρισιές. Φαινότανε συλλογισμένος, κάτι να τον ενοχλούσε... - Τι διάβολο έχεις απόψε; τον 'ρώτησε ο Καταβάθρας, ένας φίλος του, χοντρός, κόκκινος, που είχε μεγάλο όνομα μπεκρή, και γι' αυτό τον είχανε βγάλει Καταβάθρα. Κάτι είπε μασημένο, μπερδεμένο ο Παλούκης, και η παρέα, που νόμισε να είδε σ' αυτό κάποιο μυστικό, σκανδαλίστηκε και βάλθηκε να τον κάνει να μιλήσει. Αλλά πού να του βγάλουνε περισσότερα!.. Αντί να μιλήσει, άρχισε να τραγουδά το αγαπητό του τραγουδάκι: Πάλι μεθυσμένος είσαι ... Και η παρέα του, άμα είδε έτσι, άφησε, λησμόνησε ό,τι ζητούσε να μάθει, και τον βοήθησε μ' όλη της τη δύναμη στο τραγούδι του. ...