Translate

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Δημοσθένης Βουτυράς - Ο θησαυρός

Ελληνική ταβέρνα. Ακολουθεί το κείμενο: Κείνο το βράδυ ο Παλούκης είχε αργήσει πολύ και η παρέα του, που δεν ήξερε τι να πει γι' αυτό, άμα τον είδε εφώναξε, ούρλιασε σηκώνοντας τα ποτήρια ψηλά: Ζήτω!.. Αυτός εκάθησε κοντά τους, αλλά χωρίς την όρεξη, που είχε άλλοτε, όταν βρισκόταν εκεί, για ομιλίες, για πειράγματα, για βρισιές. Φαινότανε συλλογισμένος, κάτι να τον ενοχλούσε...  - Τι διάβολο έχεις απόψε; τον 'ρώτησε ο Καταβάθρας, ένας φίλος του, χοντρός, κόκκινος, που είχε μεγάλο όνομα μπεκρή, και γι' αυτό τον είχανε βγάλει Καταβάθρα.  Κάτι είπε μασημένο, μπερδεμένο ο Παλούκης, και η παρέα, που νόμισε να είδε σ' αυτό κάποιο μυστικό, σκανδαλίστηκε και βάλθηκε να τον κάνει να μιλήσει. Αλλά πού να του βγάλουνε περισσότερα!.. Αντί να μιλήσει, άρχισε να τραγουδά το αγαπητό του τραγουδάκι:  Πάλι μεθυσμένος είσαι ...  Και η παρέα του, άμα είδε έτσι, άφησε, λησμόνησε ό,τι ζητούσε να μάθει, και τον βοήθησε μ' όλη της τη δύναμη στο τραγούδι του.  Όταν όμως τελείωσε το γλέντι και οι άλλοι δυo σύντροφοι φύγανε, ο Καταβάθρας, που έμεινε κοντά του, τον 'ρώτησε:  - Τι ήθελες να πεις;...  Αυτός σκέφθηκε, ή θέλησε να σκεφθεί: Τι ήθελε να πεί;.. τι;..  - Πού να θυμηθώ τώρα!.. του απήντησε  Δεν εύρισκε τίποτα, ή σα να βρήκε τοίχο, καθώς έκανε να ψάξει.  Στο δρόμο όμως, όταν βγήκανε, το θυμήθηκε.  Αυτό, που θα του έλεγε, ήτανε μυστήριο και μυστήριο!.. Θα γινόντουσαν πλούσιοι και πλούσιοι, με λίρα με ουρά!.. Και άρχισε να του διηγείται ότι ήτανε δυο ή τρεις φορές τώρα, που έβλεπε, καθώς περνούσε τη νύχτα το τραμ και φώτιζε τα χωράφια, έβλεπε σ' ένα απ' αυτά, να υψώνεται ένα μεγάλο σπίτι, παλάτι σωστό!..  Και απόψε είχε πάει, επί τούτω, στο μέρος αυτό και περίμενε να δη, όταν θα περνούσε το τραμ και θα έπεφτε το φως του στο χωράφι, θα έβλεπε το σπίτι αυτό πάλι;.. Και άμα πέρασε το τράμ, να το το σπίτι το μεγάλο, το μεγάλο το παλάτι!..  Ο Καταβάθρας άκουγε με κατεβασμένο και στραβά λίγο το κεφάλι και κρεμώντας τα χείλια του :  - Να το πιστέψω; ρώτησε στο τέλος  - Ό,τι θέλεις κάνε!..  - Μην είναι σαν τις πεταλούδες;..  - Ασ' το κείνο!.. φώναξε άγρια ο Παλούκης σηκώνοντας το χέρι του.  Ο Καταβάθρας τα έχασε.  - Μα δεν είπα τίποτα κακό!! έκανε.  - Έλα δω!.. του είπε ο Παλούκης και τον έπιασε απ'το χέρι. Πάμε!.. Μπορεί να το δεις και να μη το δεις!.. Μπορεί όμως να το δεις και συ!.. Για πάμε!..  Και καθώς πήγαιναν του εξηγούσε τι έβγαζε απ' αυτό. Εκεί θα ήταν αρχαίο σπίτι, παλάτι άρχοντα και θα είχε θησαυρό!.. Άλλο δεν ήτανε απ' αυτό!.. Εκεί είχε θησαυρό!.. Πώς βρήκε ο Μηλέτης, ο Κουκούβας και έγιναν μεγάλοι και τρανοί!.. Τώρα ήρθε και η σειρά τους! Έτσι είναι ο κόσμος!..  Πιασμένοι απ' τα χέρια πήρανε τη γραμμή του τραμ και φθάσανε σε μέρος όπου χωράφια μόνο ήτανε και κάπου-κάπου καμιά μάντρα, και όπου μυρουδιά χόρτου και χαμόμηλου εγέμιζε τον αέρα.  - Μα πού πάμε!.. ρώτησε ο Καταβάθρας.  - Σουτ!.. Μιλιά!.. του έκανε ο Παλούκης φέροντας το δάχτυλο στα χείλια του.  Κοντά σ' ένα χαντάκι, και που ένας στύλος του ηλεκτρικού υψώνετο, στάθηκε και σταμάτησε και τον Καταβάθρα.  - Κάτσε δω!..  - Μα ...  - Μωρέ κάτσε, σου λέω, και μιλιά!..  Και τον έσυρε και τον κάθισε στην άκρη του χαντακιού.  - Να, εκεί, του είπε έπειτα, να κοιτάζεις!.. Εκεί... στο στύλο. Τον βλέπεις;.. Εκεί να κοιτάζεις, όταν έρχεται το τραμ!.. Τώρα μιλιά!.. Δε θέλω να βγάλεις τσιμουδιά!..  Ένα αεράκι δροσερό, υγρό, σα να έβγαινε από νερά, ερχότανε και το ανέπνεε γεμάτο μυρουδιές ο Καταβάθρας. Κοίταξε ψηλά και είδε αστέρια, αστέρια πλήθος να λάμπουν, να αναδεύονται. Ένα μεγάλο του σταμάτησε το βλέμμα και ύστερα άλλα μικρά και κοντά το ένα στ' άλλο, σα νά 'ταν ένα μακρύ, που του θύμισαν τον κομήτη και τη βραδιά κείνη του τρόμου, που τον έκανε να πιει όσο ποτέ του δεν ήπιε, για να αντικρύσει άφοβα την καταστροφή!.. Μαζί μ' αυτό θυμήθηκε και τον Τούμη τον φίλο του, που, όταν επήγανε να περιμείνουν τον κομήτη πάνω στο λόφο, αποκοιμήθηκε εκεί, τόσο βαρειά, που δεν μπορέσανε να τον ξυπνήσουνε με ό,τι και αν του έκαναν!.. Τον πήρε τον ύπνο ίσαμε που βγήκε ο ήλιος!..  Ο Παλούκης είχε το βλέμμα πέρα, στο στρίψιμο του δρόμου του τραμ και περίμενε...  Ξαφνικά φάνηκε αυτό να έρχεται, να προχωρεί σα θηριό μυθικό με τα δυνατά του φώτα εμπρός σαν μάτια...  Τα σύρματα ψηλά αρχίσανε να φωνάζουνε στον ερχομό του. Στράφηκε ο Παλούκης στο φίλο του.  - Μιλιά!.. του είπε.  Το τραμ πλησίαζε και οι δυο σύντροφοι κυττάζανε στο χωράφι, που ήτανε κοντά σε στύλο τηλέγραφου, με προσοχή μεγάλη.  - Να, να το!.. Να το!.. Θεούλη μου! Έκανε ο Παλούκης σηκώνοντας ψηλά τα δυο του χέρια.  - Μα πούναι, ρε!.. ρώτησε ο Καταβάθρας.  - Μωρέ πούναι, πούναι λες;.. Εδώ είναι σπίταρος, παλάτι σωστό.  Το τραμ, που πέρασε, γέμισε τους δυο φίλους σκόνη.  Για τον Παλούκη η ταβέρνα του Καρότη ήτανε ο παράδεισος. Εκεί όταν βρισκότανε, ενώ ήτανε σκυθρωπός, αμίλητος, άλλαζε, το σκυθρωπό χανότανε απ' τη μορφή του, η ματιά του η άψυχη έπαιρνε ζωή και γινόταν όλος γέλιο και ομιλία. Τότε η παρέα έβλεπε τον καλό σύντροφο, τον γλεντζέ φίλο.  Και αυτός εκεί, κοντά στα βαρέλια, αισθανότανε να έχει αγάπη γι' αυτούς, εκεί, κοντά στα βαρέλια, που χοντρά, χοντρά, ακίνητα, φαινόντουσαν να έχουνε αγκαλιασμένα την κοιλιά τους και να μένουν κοιτάζοντάς τον ...  Και όσο ερχόταν η μισή γεμάτη απ' το κιτρινωπό κρασί, τόσο η ευθυμία δυνάμωνε, και μόνο κάποτε, σα να ξυπνούσε, ή να έβγαινε έξω απ' την ευτυχία του, του ερχότανε λύπη πως αύριο, όλη την ημέρα, θα ήτανε μακρύα απ' εκεί, απ' την ταβερνούλα...  Όταν επήγαινε για το σπίτι του, αν δεν είχε πιει πολύ, θα πήγαινε μελαγχολικός· αν όμως είχε ρουφήξει αρκετά, τότε πήγαινε σιγά, σιγά και τραγουδώντας το τραγούδι, που λέγανε όλοι μαζί στην ταβερνούλα:  Στο 'πα και στο ξαναλέω, πάλι θα στο ξαναπώ,  στην ταβέρνα μεθυσμένο να μη σε ξαναϊδώ....  Αν μπορούσε, μόλις σηκωνότανε, θα ήτανε στην ταβερνούλα, αλλ' αυτή την ευτυχία δεν την είχε. Ήτανε θυρωρός σε κάποιο εργοστάσιο και απ' το πρωί εώς το βράδυ έπρεπε να είναι κει.  Ονειρευότανε λεπτά, λεπτά. Έπαιρνε λαχεία. Αν του έπεφτε κανένα, θα έδινε κλωτσιά στη θέση και θα ζούσε ανεξάρτητος! Στην ταβερνούλα θα πήγαινε οπόταν ήθελε, όταν του ερχόταν, κοντά στα αγαπητά βαρέλια, που φαινόντουσαν όλο με σκέψη να τον κοιτάζουνε!..  Οι εργάτες περνούσαν, του μιλούσαν, αλλ' αυτός αμίλητος, σκυθρωπός έμενε. Δεν είχε όρεξη.  Η ταβερνούλα!.. Αυτήν είχε στο νου του. Και σα να την έβλεπε με τα ανοιχτά παράθυρα, δεμένα για να μη χτυπούνε, την πόρτα με τα πλατειά φύλλα της, και μέσα τη λάμπα να φωτίζει τα σιδερένια τραπέζια, τα βαρέλια, τα βαρέλια, που, το ένα πάνω στο άλλο, ήτανε σα να σφίγγανε το κρασί, που είχανε μέσα τους με λατρεία!.. Αν και σιγά-σιγά είχε αρχίσει να χάνει το δρόμο, να λησμονά και τον άκουγαν να παραμιλά, να παραμιλά...  Μια φορά άκουσε να λένε δυνατά.  - Για πώς κατάντησε!...  Κοίταξε και δεν είδε άλλον στο δρόμο απ' τον εαυτό του. Άρα γι' αυτόν θα το είπανε!.. Αυτό τον έκανε να θυμηθεί και έναν εξάδελφό του, γραμματισμένο άνθρωπο, που του έλεγε πάντοτε, όταν τον έβλεπε στην ταβέρνα:  - Αυτή η ταβέρνα θα σε φάει, αυτή!..  - Έλα να πιεις ένα! Ήτανε η απάντηση του Παλούκη.  Άλλοτε πάλι του έλεγε ο εξάδελφός του:  - Μωρέ, κοίταξε τα χάλια σου;.. Πώς έγινες έτσι; Το κρασί, το κρασί!..  - Ποιος; εγώ;.. Όποιος πίνει, γίνεται σίδερο!.. του απαντούσε και ζητούσε να του πιάσει το χέρι, για να του δείξει πως είχε γίνει σίδερο.  Και ήταν η αλήθεια πως είχε δύναμη διαβολεμένη, αλλ' όχι απ' το κρασί!..  Ένα πρωί όμως τον βρήκανε αναίσθητο πίσω από ένα τοίχο μικρό, που χώριζε οικόπεδο. Είχε και το σώμα καταχτυπημένο.  - Πώς, τι του συνέβηκε; ρωτούσαν όλοι.  Αυτός στην αρχή, όταν συνήρθε, δεν θυμόταν τίποτα· ύστερα, κατά το απόγευμα, θυμήθηκε και τους διηγήθηκε κάτι παράξενα πράγματα. Καθώς πήγαινε, τους είπε, τη νύχτα στο δωμάτιό του βλέπει ξαφνικά, σύννεφα να κατεβαίνουν χαμηλά, χαμηλά, με χρώμα θειαφιού, και έπειτα με μιας να αρχίζουν να ρίχνουν ατμό θειάφι!.. Μαζί μ' αυτό βλέπει ψηλά να πετούνε κάτι πεταλούδες ίσαμε άνθρωπο, που μοιάζανε και με άνθρωπο, και μια απ' αυτές τις πεταλούδες, μια χρωματιστή, κόκκινη και μαύρη, γραμμές, γραμμές, κατεβαίνει πάνω του με ορμή και του δίνει μια στο κεφάλι τόσο δυνατά που τον έριξε κάτω!..  Αυτά έλεγε. Αλλά πώς βρέθηκε κει κάτω, στα πόδια του λόφου, δεν μπόρεσε να το εξηγήσει.  Στο εργοστάσιο όμως άλλα λέγανε, γυναίκες και άνδρες, και τα εξηγούσαν μάλιστα όλα! Πρώτα-πρώτα, λέγανε αυτοί, αυτός δε θα θυμάται· και αυτά που λέει, θα τα είδε στη βύθισή του!.. Αυτόν θα τον πήρανε οι καλικάντζαροι, και ήταν ο καιρός των τότε, και αφού τον πήγανε τρεχάτοι ψηλά στο λόφο, αρχίσανε να τον χορεύουν, να τον χορεύουν, ως που λάλησε κόκορας!.. Τότε του δώσανε μια απ' το λόφο και τον κατρακυλήσανε κάτω!.. Γι αυτό είχε και το σώμα κατάμαυρο απ' τα χτυπήματα!..  Ο εξάδελφός του, σ' αυτή την περίσταση, έτρεξε πολύ, έφερε γιατρούς, τον βοήθησε. Οι γιατροί, που είχε φέρει, του απαγορέψανε το κρασί και του είπανε πώς γάλα, μόνε γάλα πρέπει να πίνει, γιατί το κρασί του τα είχε κάνει όλα αυτά και τον έχει φέρει σε κακό σημείο!.. Ούτε τη μυρουδιά του δεν έπρεπε να μυρίζει!..  Σαν κατάδικος ο Παλούκης άρχισε να κάνει ό,τι του λέγανε και είχε ένα ύφος, όταν έπινε το γάλα, τόσο αξιολύπητο σαν να του έδιναν φαρμάκι!.. Είχε το γάλα σε μια μεγάλη γαβάθα, βαλμένη ψηλά για το φόβο της γάτας, και την έδειχνε σε όλους.  Περάσανε λίγες μέρες έτσι, γάλα και ψωμί να τρώει και να πίνει μόνο νερό. Αλλά θα πέθαινε, έλεγε, θα τρελαινόταν!  Και δεν εβάσταξε περισσότερο, και μια βραδιά πήρε το δρόμο της ταβέρνας.  Κείνο το βράδυ ξεφαντώσανε. Οι φίλοι του, άμα τελείωσε το γλέντι, τον συνοδέψανε, μη τυχόν και τον αρπάξουν πάλι οι Εξαποδώ, ίσαμε το δωμάτιο του, τραγουδώντας όλοι μαζί:  Το κρασί, το κρασί  κάνει τη ζωή χρυσή  Και έτσι πάλι άρχισε στην ταβέρνα κάθε βράδυ ο Παλούκης να πηγαίνει και μεθυσμένος να φεύγει όταν ερχόντουσαν οι μικρές ώρες. Και δεν άκουγε κανέναν. Ούτε τον προϊστάμενο του άκουσε, ούτε τη φοβέρα, που του έκανε αυτός, πώς αν δεν κόψει το κρασί θα αναγκασθεί να τον βγάλει απ' το κατάστημα.  Αυτό μάλιστα του δυνάμωσε πιο πολύ τη σκέψη, τη μανία, που του ερχόταν, να κάνει χρήματα, να βρει λεπτά για να ζει όπως ήθελε, χωρίς να δίνει πεντάρα για τίποτα!.. Και τότε, κείνες τις ημέρες καθισμένος κάτω, κοντά στα σίδερα του τραμ, είδε ή νόμισε πώς είδε, το μεγάλο σπίτι, το παλάτι σ' ένα χωράφι!..  Τρεις βραδιές περάσανε απ' τη βραδιά, που είχε πει το μυστικό του ο Παλούκης στον Καταβάθρα. Την τετάρτη βραδιά ξεκίνησε ο Παλούκης με τον Ζούμη, έναν της παρέας, που και σ' αυτόν είπε το μυστικό, γιατί ο Καταβάθρας δεν ήθελε να ανακατευθεί, για το χωράφι, για να σκάψουνε σε μια μεριά σημαδεμένη του μεγάλου σπιτιού. Στη μεριά αυτή, το είχε δει την ημέρα, ήτανε και το χώμα καθισμένο.  Εκεί θα ήτανε, δίχως άλλο, ο θησαυρός του μεγάλου σπιτιού!.. Ήτανε μια συννεφιασμένη βραδιά αυτή που ξεκινήσανε, αλλά φωτεινή, γιατί πίσω απ' τα σύννεφα βρισκόταν η σελήνη. Άνεμος δυνατός φυσούσε.  Είχανε πάρει έναν κασμά και ένα φτυάρι και προχωρούσανε μέσα στη γραμμή του τραμ. Κάποτε, σα να τους έπαιρνε ο άνεμος, για μια στιγμή, φεύγανε απ' αυτή και πάλι ερχόντουσαν βλαστημώντας. Όταν φθάσανε στο χωράφι, σταθήκανε και ο Παλούκης ζήτησε το σημάδι.  Εδώ, εδώ!.. Εδώ είναι το πυργάκι!.. Έλα, κάνε πρώτα ένα σταυρό μεγάλο!.. μεγάλο ντε! έτσι!.. Πες τώρα και δυο λόγια άγια απ' το Ευαγγέλιο!..  Ο Ζούμης κόκκαλο. Που να ξέρει λόγια άγια απ' το Ευαγγέλιο. Αλλά και ο Παλούκης και αυτός ούτε ιδέα για τέτοια είχε.  - Πώς διάολο να κάνουμε;.. ρώτησε  - Να! έκανε ο Ζούμης, πες: ο Χριστός... ο Χριστός νικά, νικά!  Ο Παλούκης κοίταξε γύρω του και με μιας έκανε μια κίνηση με το χέρι σα να έδιωχνε κάτι που έκανε να πλησιάσει, του είπε:  - Ούξω, ούξω!.. Μακρυά!.. Ο Χριστός νικά!..  Άρχισε ο Ζούμης να σκάβει και να πετά χώμα έξω. Με κόπο όμως έσκαβε, γιατί κάθε τόσο κλονιζότανε και όσο πήγαινε κλονιζότανε περισσότερο.  - Δεν μπορώ πια!.. είπε  - Στάσου απ' εκεί!..  Και ο Παλούκης πήρε τη θέση του και άρχισε με δύναμη να πετά έξω το χώμα... Ο Ζούμης διηγότανε την άλλη μέρα, πώς τον είχε ακούσει να μιλά και να θυμώνει και τον ρώτησε τι είχε.  Κάποιο δαιμόνιο, του είπε, δεν τον άφηνε να σκάψει και του έπιανε τον κασμά!..  Άλλο απ' αυτό ο Ζούμης δεν θυμότανε, γιατί τον πήρε ο ύπνος.  Πετεινοί κράξανε μακρυά και έπειτα χήνες πολλές, από μια εκεί κοντά μάντρα, γεμίσανε τον αέρα απ' τις φωνές τους... Ο Ζούμης ξύπνησε και χωρίς τίποτα να σκεφθεί, πώς και γιατί βρέθηκε κει, πήρε το δρόμο του σπιτιού του.  Το πρωί ένας διαβάτης βρήκε τον Παλούκη μέσα σ' ένα λάκκο με σχισμένο το κεφάλι από χτύπημα κασμά. Ζούσε. Αλλά μόλις τον βγάλανε και ζητούσανε να του δώσουν βοήθεια, τελείωσε, χωρίς να μιλήσει, να πει λέξη.  Όταν τον πήγαιναν να τον θάψουν τον περάσανε απ' την ταβέρνα.  Η ταβέρνα, για να δείξει τη λύπη της, είχε κλείσει. Και ο εξάδελφος του Παλούκη, όταν την είδε έτσι, με κλειστά τα παράθυρα και την πόρτα, του φάνηκε σα θηριό, που αφού φάει και χορτάσει, κλείνει τα δυνατά του σαγόνια και μένει ναρκωμένο, κοιμισμένο!..

Κείνο το βράδυ ο Παλούκης είχε αργήσει πολύ και η παρέα του, που δεν ήξερε τι να πει γι' αυτό, άμα τον είδε εφώναξε, ούρλιασε σηκώνοντας τα ποτήρια ψηλά: Ζήτω!.. Αυτός εκάθησε κοντά τους, αλλά χωρίς την όρεξη, που είχε άλλοτε, όταν βρισκόταν εκεί, για ομιλίες, για πειράγματα, για βρισιές. Φαινότανε συλλογισμένος, κάτι να τον ενοχλούσε...
- Τι διάβολο έχεις απόψε; τον 'ρώτησε ο Καταβάθρας, ένας φίλος του, χοντρός, κόκκινος, που είχε μεγάλο όνομα μπεκρή, και γι' αυτό τον είχανε βγάλει Καταβάθρα.
Κάτι είπε μασημένο, μπερδεμένο ο Παλούκης, και η παρέα, που νόμισε να είδε σ' αυτό κάποιο μυστικό, σκανδαλίστηκε και βάλθηκε να τον κάνει να μιλήσει. Αλλά πού να του βγάλουνε περισσότερα!.. Αντί να μιλήσει, άρχισε να τραγουδά το αγαπητό του τραγουδάκι:
Πάλι μεθυσμένος είσαι ...
Και η παρέα του, άμα είδε έτσι, άφησε, λησμόνησε ό,τι ζητούσε να μάθει, και τον βοήθησε μ' όλη της τη δύναμη στο τραγούδι του.
Όταν όμως τελείωσε το γλέντι και οι άλλοι δυo σύντροφοι φύγανε, ο Καταβάθρας, που έμεινε κοντά του, τον 'ρώτησε:
- Τι ήθελες να πεις;...
Αυτός σκέφθηκε, ή θέλησε να σκεφθεί: Τι ήθελε να πεί;.. τι;..
- Πού να θυμηθώ τώρα!.. του απήντησε
Δεν εύρισκε τίποτα, ή σα να βρήκε τοίχο, καθώς έκανε να ψάξει.
Στο δρόμο όμως, όταν βγήκανε, το θυμήθηκε.
Αυτό, που θα του έλεγε, ήτανε μυστήριο και μυστήριο!.. Θα γινόντουσαν πλούσιοι και πλούσιοι, με λίρα με ουρά!.. Και άρχισε να του διηγείται ότι ήτανε δυο ή τρεις φορές τώρα, που έβλεπε, καθώς περνούσε τη νύχτα το τραμ και φώτιζε τα χωράφια, έβλεπε σ' ένα απ' αυτά, να υψώνεται ένα μεγάλο σπίτι, παλάτι σωστό!..
Και απόψε είχε πάει, επί τούτω, στο μέρος αυτό και περίμενε να δη, όταν θα περνούσε το τραμ και θα έπεφτε το φως του στο χωράφι, θα έβλεπε το σπίτι αυτό πάλι;.. Και άμα πέρασε το τράμ, να το το σπίτι το μεγάλο, το μεγάλο το παλάτι!..
Ο Καταβάθρας άκουγε με κατεβασμένο και στραβά λίγο το κεφάλι και κρεμώντας τα χείλια του :
- Να το πιστέψω; ρώτησε στο τέλος
- Ό,τι θέλεις κάνε!..
- Μην είναι σαν τις πεταλούδες;..
- Ασ' το κείνο!.. φώναξε άγρια ο Παλούκης σηκώνοντας το χέρι του.
Ο Καταβάθρας τα έχασε.
- Μα δεν είπα τίποτα κακό!! έκανε.
- Έλα δω!.. του είπε ο Παλούκης και τον έπιασε απ'το χέρι. Πάμε!.. Μπορεί να το δεις και να μη το δεις!.. Μπορεί όμως να το δεις και συ!.. Για πάμε!..
Και καθώς πήγαιναν του εξηγούσε τι έβγαζε απ' αυτό. Εκεί θα ήταν αρχαίο σπίτι, παλάτι άρχοντα και θα είχε θησαυρό!.. Άλλο δεν ήτανε απ' αυτό!.. Εκεί είχε θησαυρό!.. Πώς βρήκε ο Μηλέτης, ο Κουκούβας και έγιναν μεγάλοι και τρανοί!.. Τώρα ήρθε και η σειρά τους! Έτσι είναι ο κόσμος!..
Πιασμένοι απ' τα χέρια πήρανε τη γραμμή του τραμ και φθάσανε σε μέρος όπου χωράφια μόνο ήτανε και κάπου-κάπου καμιά μάντρα, και όπου μυρουδιά χόρτου και χαμόμηλου εγέμιζε τον αέρα.
- Μα πού πάμε!.. ρώτησε ο Καταβάθρας.
- Σουτ!.. Μιλιά!.. του έκανε ο Παλούκης φέροντας το δάχτυλο στα χείλια του.
Κοντά σ' ένα χαντάκι, και που ένας στύλος του ηλεκτρικού υψώνετο, στάθηκε και σταμάτησε και τον Καταβάθρα.
- Κάτσε δω!..
- Μα ...
- Μωρέ κάτσε, σου λέω, και μιλιά!..
Και τον έσυρε και τον κάθισε στην άκρη του χαντακιού.
- Να, εκεί, του είπε έπειτα, να κοιτάζεις!.. Εκεί... στο στύλο. Τον βλέπεις;.. Εκεί να κοιτάζεις, όταν έρχεται το τραμ!.. Τώρα μιλιά!.. Δε θέλω να βγάλεις τσιμουδιά!..
Ένα αεράκι δροσερό, υγρό, σα να έβγαινε από νερά, ερχότανε και το ανέπνεε γεμάτο μυρουδιές ο Καταβάθρας. Κοίταξε ψηλά και είδε αστέρια, αστέρια πλήθος να λάμπουν, να αναδεύονται. Ένα μεγάλο του σταμάτησε το βλέμμα και ύστερα άλλα μικρά και κοντά το ένα στ' άλλο, σα νά 'ταν ένα μακρύ, που του θύμισαν τον κομήτη και τη βραδιά κείνη του τρόμου, που τον έκανε να πιει όσο ποτέ του δεν ήπιε, για να αντικρύσει άφοβα την καταστροφή!.. Μαζί μ' αυτό θυμήθηκε και τον Τούμη τον φίλο του, που, όταν επήγανε να περιμείνουν τον κομήτη πάνω στο λόφο, αποκοιμήθηκε εκεί, τόσο βαρειά, που δεν μπορέσανε να τον ξυπνήσουνε με ό,τι και αν του έκαναν!.. Τον πήρε τον ύπνο ίσαμε που βγήκε ο ήλιος!..
Ο Παλούκης είχε το βλέμμα πέρα, στο στρίψιμο του δρόμου του τραμ και περίμενε...
Ξαφνικά φάνηκε αυτό να έρχεται, να προχωρεί σα θηριό μυθικό με τα δυνατά του φώτα εμπρός σαν μάτια...
Τα σύρματα ψηλά αρχίσανε να φωνάζουνε στον ερχομό του. Στράφηκε ο Παλούκης στο φίλο του.
- Μιλιά!.. του είπε.
Το τραμ πλησίαζε και οι δυο σύντροφοι κυττάζανε στο χωράφι, που ήτανε κοντά σε στύλο τηλέγραφου, με προσοχή μεγάλη.
- Να, να το!.. Να το!.. Θεούλη μου! Έκανε ο Παλούκης σηκώνοντας ψηλά τα δυο του χέρια.
- Μα πούναι, ρε!.. ρώτησε ο Καταβάθρας.
- Μωρέ πούναι, πούναι λες;.. Εδώ είναι σπίταρος, παλάτι σωστό.
Το τραμ, που πέρασε, γέμισε τους δυο φίλους σκόνη.
Για τον Παλούκη η ταβέρνα του Καρότη ήτανε ο παράδεισος. Εκεί όταν βρισκότανε, ενώ ήτανε σκυθρωπός, αμίλητος, άλλαζε, το σκυθρωπό χανότανε απ' τη μορφή του, η ματιά του η άψυχη έπαιρνε ζωή και γινόταν όλος γέλιο και ομιλία. Τότε η παρέα έβλεπε τον καλό σύντροφο, τον γλεντζέ φίλο.
Και αυτός εκεί, κοντά στα βαρέλια, αισθανότανε να έχει αγάπη γι' αυτούς, εκεί, κοντά στα βαρέλια, που χοντρά, χοντρά, ακίνητα, φαινόντουσαν να έχουνε αγκαλιασμένα την κοιλιά τους και να μένουν κοιτάζοντάς τον ...
Και όσο ερχόταν η μισή γεμάτη απ' το κιτρινωπό κρασί, τόσο η ευθυμία δυνάμωνε, και μόνο κάποτε, σα να ξυπνούσε, ή να έβγαινε έξω απ' την ευτυχία του, του ερχότανε λύπη πως αύριο, όλη την ημέρα, θα ήτανε μακρύα απ' εκεί, απ' την ταβερνούλα...
Όταν επήγαινε για το σπίτι του, αν δεν είχε πιει πολύ, θα πήγαινε μελαγχολικός· αν όμως είχε ρουφήξει αρκετά, τότε πήγαινε σιγά, σιγά και τραγουδώντας το τραγούδι, που λέγανε όλοι μαζί στην ταβερνούλα:
Στο 'πα και στο ξαναλέω, πάλι θα στο ξαναπώ,
στην ταβέρνα μεθυσμένο να μη σε ξαναϊδώ....
Αν μπορούσε, μόλις σηκωνότανε, θα ήτανε στην ταβερνούλα, αλλ' αυτή την ευτυχία δεν την είχε. Ήτανε θυρωρός σε κάποιο εργοστάσιο και απ' το πρωί εώς το βράδυ έπρεπε να είναι κει.
Ονειρευότανε λεπτά, λεπτά. Έπαιρνε λαχεία. Αν του έπεφτε κανένα, θα έδινε κλωτσιά στη θέση και θα ζούσε ανεξάρτητος! Στην ταβερνούλα θα πήγαινε οπόταν ήθελε, όταν του ερχόταν, κοντά στα αγαπητά βαρέλια, που φαινόντουσαν όλο με σκέψη να τον κοιτάζουνε!..
Οι εργάτες περνούσαν, του μιλούσαν, αλλ' αυτός αμίλητος, σκυθρωπός έμενε. Δεν είχε όρεξη.
Η ταβερνούλα!.. Αυτήν είχε στο νου του. Και σα να την έβλεπε με τα ανοιχτά παράθυρα, δεμένα για να μη χτυπούνε, την πόρτα με τα πλατειά φύλλα της, και μέσα τη λάμπα να φωτίζει τα σιδερένια τραπέζια, τα βαρέλια, τα βαρέλια, που, το ένα πάνω στο άλλο, ήτανε σα να σφίγγανε το κρασί, που είχανε μέσα τους με λατρεία!.. Αν και σιγά-σιγά είχε αρχίσει να χάνει το δρόμο, να λησμονά και τον άκουγαν να παραμιλά, να παραμιλά...
Μια φορά άκουσε να λένε δυνατά.
- Για πώς κατάντησε!...
Κοίταξε και δεν είδε άλλον στο δρόμο απ' τον εαυτό του. Άρα γι' αυτόν θα το είπανε!.. Αυτό τον έκανε να θυμηθεί και έναν εξάδελφό του, γραμματισμένο άνθρωπο, που του έλεγε πάντοτε, όταν τον έβλεπε στην ταβέρνα:
- Αυτή η ταβέρνα θα σε φάει, αυτή!..
- Έλα να πιεις ένα! Ήτανε η απάντηση του Παλούκη.
Άλλοτε πάλι του έλεγε ο εξάδελφός του:
- Μωρέ, κοίταξε τα χάλια σου;.. Πώς έγινες έτσι; Το κρασί, το κρασί!..
- Ποιος; εγώ;.. Όποιος πίνει, γίνεται σίδερο!.. του απαντούσε και ζητούσε να του πιάσει το χέρι, για να του δείξει πως είχε γίνει σίδερο.
Και ήταν η αλήθεια πως είχε δύναμη διαβολεμένη, αλλ' όχι απ' το κρασί!..
Ένα πρωί όμως τον βρήκανε αναίσθητο πίσω από ένα τοίχο μικρό, που χώριζε οικόπεδο. Είχε και το σώμα καταχτυπημένο.
- Πώς, τι του συνέβηκε; ρωτούσαν όλοι.
Αυτός στην αρχή, όταν συνήρθε, δεν θυμόταν τίποτα· ύστερα, κατά το απόγευμα, θυμήθηκε και τους διηγήθηκε κάτι παράξενα πράγματα. Καθώς πήγαινε, τους είπε, τη νύχτα στο δωμάτιό του βλέπει ξαφνικά, σύννεφα να κατεβαίνουν χαμηλά, χαμηλά, με χρώμα θειαφιού, και έπειτα με μιας να αρχίζουν να ρίχνουν ατμό θειάφι!.. Μαζί μ' αυτό βλέπει ψηλά να πετούνε κάτι πεταλούδες ίσαμε άνθρωπο, που μοιάζανε και με άνθρωπο, και μια απ' αυτές τις πεταλούδες, μια χρωματιστή, κόκκινη και μαύρη, γραμμές, γραμμές, κατεβαίνει πάνω του με ορμή και του δίνει μια στο κεφάλι τόσο δυνατά που τον έριξε κάτω!..
Αυτά έλεγε. Αλλά πώς βρέθηκε κει κάτω, στα πόδια του λόφου, δεν μπόρεσε να το εξηγήσει.
Στο εργοστάσιο όμως άλλα λέγανε, γυναίκες και άνδρες, και τα εξηγούσαν μάλιστα όλα! Πρώτα-πρώτα, λέγανε αυτοί, αυτός δε θα θυμάται· και αυτά που λέει, θα τα είδε στη βύθισή του!.. Αυτόν θα τον πήρανε οι καλικάντζαροι, και ήταν ο καιρός των τότε, και αφού τον πήγανε τρεχάτοι ψηλά στο λόφο, αρχίσανε να τον χορεύουν, να τον χορεύουν, ως που λάλησε κόκορας!.. Τότε του δώσανε μια απ' το λόφο και τον κατρακυλήσανε κάτω!.. Γι αυτό είχε και το σώμα κατάμαυρο απ' τα χτυπήματα!..
Ο εξάδελφός του, σ' αυτή την περίσταση, έτρεξε πολύ, έφερε γιατρούς, τον βοήθησε. Οι γιατροί, που είχε φέρει, του απαγορέψανε το κρασί και του είπανε πώς γάλα, μόνε γάλα πρέπει να πίνει, γιατί το κρασί του τα είχε κάνει όλα αυτά και τον έχει φέρει σε κακό σημείο!.. Ούτε τη μυρουδιά του δεν έπρεπε να μυρίζει!..
Σαν κατάδικος ο Παλούκης άρχισε να κάνει ό,τι του λέγανε και είχε ένα ύφος, όταν έπινε το γάλα, τόσο αξιολύπητο σαν να του έδιναν φαρμάκι!.. Είχε το γάλα σε μια μεγάλη γαβάθα, βαλμένη ψηλά για το φόβο της γάτας, και την έδειχνε σε όλους.
Περάσανε λίγες μέρες έτσι, γάλα και ψωμί να τρώει και να πίνει μόνο νερό. Αλλά θα πέθαινε, έλεγε, θα τρελαινόταν!
Και δεν εβάσταξε περισσότερο, και μια βραδιά πήρε το δρόμο της ταβέρνας.
Κείνο το βράδυ ξεφαντώσανε. Οι φίλοι του, άμα τελείωσε το γλέντι, τον συνοδέψανε, μη τυχόν και τον αρπάξουν πάλι οι Εξαποδώ, ίσαμε το δωμάτιο του, τραγουδώντας όλοι μαζί:
Το κρασί, το κρασί
κάνει τη ζωή χρυσή
Και έτσι πάλι άρχισε στην ταβέρνα κάθε βράδυ ο Παλούκης να πηγαίνει και μεθυσμένος να φεύγει όταν ερχόντουσαν οι μικρές ώρες. Και δεν άκουγε κανέναν. Ούτε τον προϊστάμενο του άκουσε, ούτε τη φοβέρα, που του έκανε αυτός, πώς αν δεν κόψει το κρασί θα αναγκασθεί να τον βγάλει απ' το κατάστημα.
Αυτό μάλιστα του δυνάμωσε πιο πολύ τη σκέψη, τη μανία, που του ερχόταν, να κάνει χρήματα, να βρει λεπτά για να ζει όπως ήθελε, χωρίς να δίνει πεντάρα για τίποτα!.. Και τότε, κείνες τις ημέρες καθισμένος κάτω, κοντά στα σίδερα του τραμ, είδε ή νόμισε πώς είδε, το μεγάλο σπίτι, το παλάτι σ' ένα χωράφι!..
Τρεις βραδιές περάσανε απ' τη βραδιά, που είχε πει το μυστικό του ο Παλούκης στον Καταβάθρα. Την τετάρτη βραδιά ξεκίνησε ο Παλούκης με τον Ζούμη, έναν της παρέας, που και σ' αυτόν είπε το μυστικό, γιατί ο Καταβάθρας δεν ήθελε να ανακατευθεί, για το χωράφι, για να σκάψουνε σε μια μεριά σημαδεμένη του μεγάλου σπιτιού. Στη μεριά αυτή, το είχε δει την ημέρα, ήτανε και το χώμα καθισμένο.
Εκεί θα ήτανε, δίχως άλλο, ο θησαυρός του μεγάλου σπιτιού!.. Ήτανε μια συννεφιασμένη βραδιά αυτή που ξεκινήσανε, αλλά φωτεινή, γιατί πίσω απ' τα σύννεφα βρισκόταν η σελήνη. Άνεμος δυνατός φυσούσε.
Είχανε πάρει έναν κασμά και ένα φτυάρι και προχωρούσανε μέσα στη γραμμή του τραμ. Κάποτε, σα να τους έπαιρνε ο άνεμος, για μια στιγμή, φεύγανε απ' αυτή και πάλι ερχόντουσαν βλαστημώντας. Όταν φθάσανε στο χωράφι, σταθήκανε και ο Παλούκης ζήτησε το σημάδι.
Εδώ, εδώ!.. Εδώ είναι το πυργάκι!.. Έλα, κάνε πρώτα ένα σταυρό μεγάλο!.. μεγάλο ντε! έτσι!.. Πες τώρα και δυο λόγια άγια απ' το Ευαγγέλιο!..
Ο Ζούμης κόκκαλο. Που να ξέρει λόγια άγια απ' το Ευαγγέλιο. Αλλά και ο Παλούκης και αυτός ούτε ιδέα για τέτοια είχε.
- Πώς διάολο να κάνουμε;.. ρώτησε
- Να! έκανε ο Ζούμης, πες: ο Χριστός... ο Χριστός νικά, νικά!
Ο Παλούκης κοίταξε γύρω του και με μιας έκανε μια κίνηση με το χέρι σα να έδιωχνε κάτι που έκανε να πλησιάσει, του είπε:
- Ούξω, ούξω!.. Μακρυά!.. Ο Χριστός νικά!..
Άρχισε ο Ζούμης να σκάβει και να πετά χώμα έξω. Με κόπο όμως έσκαβε, γιατί κάθε τόσο κλονιζότανε και όσο πήγαινε κλονιζότανε περισσότερο.
- Δεν μπορώ πια!.. είπε
- Στάσου απ' εκεί!..
Και ο Παλούκης πήρε τη θέση του και άρχισε με δύναμη να πετά έξω το χώμα... Ο Ζούμης διηγότανε την άλλη μέρα, πώς τον είχε ακούσει να μιλά και να θυμώνει και τον ρώτησε τι είχε.
Κάποιο δαιμόνιο, του είπε, δεν τον άφηνε να σκάψει και του έπιανε τον κασμά!..
Άλλο απ' αυτό ο Ζούμης δεν θυμότανε, γιατί τον πήρε ο ύπνος.
Πετεινοί κράξανε μακρυά και έπειτα χήνες πολλές, από μια εκεί κοντά μάντρα, γεμίσανε τον αέρα απ' τις φωνές τους... Ο Ζούμης ξύπνησε και χωρίς τίποτα να σκεφθεί, πώς και γιατί βρέθηκε κει, πήρε το δρόμο του σπιτιού του.
Το πρωί ένας διαβάτης βρήκε τον Παλούκη μέσα σ' ένα λάκκο με σχισμένο το κεφάλι από χτύπημα κασμά. Ζούσε. Αλλά μόλις τον βγάλανε και ζητούσανε να του δώσουν βοήθεια, τελείωσε, χωρίς να μιλήσει, να πει λέξη.
Όταν τον πήγαιναν να τον θάψουν τον περάσανε απ' την ταβέρνα.
Η ταβέρνα, για να δείξει τη λύπη της, είχε κλείσει. Και ο εξάδελφος του Παλούκη, όταν την είδε έτσι, με κλειστά τα παράθυρα και την πόρτα, του φάνηκε σα θηριό, που αφού φάει και χορτάσει, κλείνει τα δυνατά του σαγόνια και μένει ναρκωμένο, κοιμισμένο!..


Διαβάστε επίσης: Δημοσθένης Βουτυράς

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου