Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε - Το ξωτικό
Ποιος τα μεσάνυχτα καβαλικεύει; Είν’ ο πατέρας με το παιδί· το ’χει στα στήθια του και το χαϊδεύει και κάπου σκύβει και το φιλεί. — Παιδί μου, τι έκρυψες το πρόσωπό σου; — Δε βλέπεις τ’ άγριο το ξωτικό, πατέρα; πέρασε απ’ το πλευρό σου· — Τα νέφια απλώνονται εις το νερό. — Παιδί μου, έλα στη συντροφιά μου, μ’ αρέσ’ η όψις σου η δροσερή, περίσσια λούλουδα έχ’ η οχθιά μου, κι έχ’ η μητέρα μου στολή χρυσή. — Ακούς, πατέρα μου, ακούς τι λέει; Με θέλει σύντροφο το ξωτικό· — Παιδί μου, ησύχασε, τ’ αέρι κλαίει σ’ άγριο χαμόδενδρο, θάμνο ξερό. — Παιδί μου, έλα τι σε τρομάζει; θα ’χεις τις κόρες μου για συντροφιά, που όταν τη λίμνη μας νύχτα σκεπάζει, χορεύουν εύθυμες στην αμμουδιά. — Πατέρα, κοίταξε· δε βλέπεις πέρα, σαν να χορεύουνε οι κορασιές; — Παιδί μου, βλέπω απ’ τον αέρα, κουνιούνται πένθιμα γριές ιτιές. ...