Translate

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε - Το ξωτικό


Ένας καβαλάρης και το άλογο του τρέχουν σε άνυδρο τοπίο. Ακολουθεί το κείμενο: Ποιος τα μεσάνυχτα καβαλικεύει;  Είν’ ο πατέρας με το παιδί·  το ’χει στα στήθια του και το χαϊδεύει  και κάπου σκύβει και το φιλεί.     — Παιδί μου, τι έκρυψες το πρόσωπό σου;  — Δε βλέπεις τ’ άγριο το ξωτικό,  πατέρα; πέρασε απ’ το πλευρό σου·  — Τα νέφια απλώνονται εις το νερό.     — Παιδί μου, έλα στη συντροφιά μου,  μ’ αρέσ’ η όψις σου η δροσερή,  περίσσια λούλουδα έχ’ η οχθιά μου,  κι έχ’ η μητέρα μου στολή χρυσή.     — Ακούς, πατέρα μου, ακούς τι λέει;  Με θέλει σύντροφο το ξωτικό·  — Παιδί μου, ησύχασε, τ’ αέρι κλαίει  σ’ άγριο χαμόδενδρο, θάμνο ξερό.     — Παιδί μου, έλα τι σε τρομάζει;  θα ’χεις τις κόρες μου για συντροφιά,  που όταν τη λίμνη μας νύχτα σκεπάζει,  χορεύουν εύθυμες στην αμμουδιά.     — Πατέρα, κοίταξε· δε βλέπεις πέρα,  σαν να χορεύουνε οι κορασιές;  — Παιδί μου, βλέπω απ’ τον αέρα,  κουνιούνται πένθιμα γριές ιτιές.     — Μ’ αρέσει η όψη σου, χρυσό μου αστέρι,  μα συ δεν έρχεσαι· σε παίρνω εγώ...  — Πατέρα, άπλωσε το άγριο χέρι,  πατέρα, μ’ έπνιξε το ξωτικό.     Τρέμει ο πατέρας του και τ’ άλογό του  κεντά και χάνεται σαν αστραπή·  φθάνει στη θύρα του... ωιμέ το γιο του  κρύο στον κόρφο του, νεκρό κρατεί.

Ποιος τα μεσάνυχτα καβαλικεύει;
Είν’ ο πατέρας με το παιδί·
το ’χει στα στήθια του και το χαϊδεύει
και κάπου σκύβει και το φιλεί.

— Παιδί μου, τι έκρυψες το πρόσωπό σου;
— Δε βλέπεις τ’ άγριο το ξωτικό,
πατέρα; πέρασε απ’ το πλευρό σου·
— Τα νέφια απλώνονται εις το νερό.

— Παιδί μου, έλα στη συντροφιά μου,
μ’ αρέσ’ η όψις σου η δροσερή,
περίσσια λούλουδα έχ’ η οχθιά μου,
κι έχ’ η μητέρα μου στολή χρυσή.

— Ακούς, πατέρα μου, ακούς τι λέει;
Με θέλει σύντροφο το ξωτικό·
— Παιδί μου, ησύχασε, τ’ αέρι κλαίει
σ’ άγριο χαμόδενδρο, θάμνο ξερό.

— Παιδί μου, έλα τι σε τρομάζει;
θα ’χεις τις κόρες μου για συντροφιά,
που όταν τη λίμνη μας νύχτα σκεπάζει,
χορεύουν εύθυμες στην αμμουδιά.

— Πατέρα, κοίταξε· δε βλέπεις πέρα,
σαν να χορεύουνε οι κορασιές;
— Παιδί μου, βλέπω απ’ τον αέρα,
κουνιούνται πένθιμα γριές ιτιές.

— Μ’ αρέσει η όψη σου, χρυσό μου αστέρι,
μα συ δεν έρχεσαι· σε παίρνω εγώ...
— Πατέρα, άπλωσε το άγριο χέρι,
πατέρα, μ’ έπνιξε το ξωτικό.

Τρέμει ο πατέρας του και τ’ άλογό του
κεντά και χάνεται σαν αστραπή·
φθάνει στη θύρα του... ωιμέ το γιο του
κρύο στον κόρφο του, νεκρό κρατεί.


Διαβάστε επίσης: Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε 
Πηγή: ebooks.edu.gr       

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου