Translate

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Στέλιος Σπεράντσας - Δέηση

Χελιδόνια που πετούν. Ακολουθεί το κείμενο: Μὲς στὸ βαθύ σου νόημα τὴ σκέψη μου ὅλη ἐβύθισα. Ἐσύ, Ὑπερούσια Δύναμη, τὸ θεῖο σπινθῆρα δός μου. Μίσους ἀνήμερος σεισμὸς ξεσάλεψε τὰ θέμελα τοῦ κόσμου. Φυγάδεψε ἀπ᾿ τὰ χείλη ὁ χαλασμὸς τὸ χαμογέλιο τῶν ἀνθρώπων κι ὅλα τὰ μάτια μὲ ἄμετρη κακία ἔχει γεμίσει. Πρὸς Σέ, Ὑπερούσια Δύναμη, νικώντας τὴ χυδαία βοὴ τοῦ πλήθους ποὺ ἀλαλάζει, τούτη τὴ δέηση ψηλώνω κυπαρίσσι. Τὰ χέρια μου, λευκὰ σὰν τὸ χαλάζι, τ᾿ ἁπλώνω, ν᾿ ἀπιθώσῃς μία φωτιά, τὴ θεία φωτιά, ποὺ φλόγες μὲς στὶς φοῦχτες μου τρανὲς ἂς ἀναδώσῃ κι ἀκατάλυτες, τοῦ κόσμου τὴν καρδιὰ μ᾿ ἀποκοτιά, σὰν σὲ καμίνι μέταλλο σκληρό, νὰ λειώσω κι ἀμόλυντη, καθάρια ἕναν καιρὸ στὸν ἄνθρωπο ξανὰ νὰ τήνε δώσω. Ὤ, ἂς ἦταν σάρκα νἄπαιρνε τὸ τέτοιο παρακάλι, τὰ μάγια ποὺ ἔσπειρε τὸ Πνεῦμα τοῦ Κακοῦ, νὰ ξαναλύσουν, καμπάνες γιορτινὲς νὰ διαλαλήσουν τ᾿ ὁλόφωτο ἀναγάλλιασμα τῆς πλάσης ὅλης πάλι. Κι ἂς ἤτανε στὴν ἄχραντη καρδιά, ποὺ θἄδινα στὸν ἄνθρωπο, θρόνο γιὰ πάντα νἅστηνεν ἡ ρήγισσα ἡ Ἀγάπη, μ᾿ ἀνασασμὸ κάποια γαλάζια χαραυγὴ νὰ σκύψῃ πάλι ὁ ἄνθρωπος στὴ γῆ, ξανὰ γιὰ νὰ φυλλώσουν τὰ κλαδιὰ νὰ πάρῃ ἡ χτίση νέα ζωή, ποὺ ἀπὸ τὸ βοῦρκο ἐσάπη. Καὶ τὰ σκυφτὰ καματερά, ὀργώνοντας μὲ νέα χαρὰ τὸ χῶμα, ποὺ αἷμα ἀνθρώπινο τὸ πότισε καὶ σαρκοφάγα τὄσκαψαν ὀρνίθια, νὰ κάνουν νὰ φουσκώσῃ σὰν τὰ στήθια τῆς ὥριμης κοπέλας, νὰ καρπίσῃ ἀπ᾿ τ᾿ ἀγαθά, ποὺ ἁπλόχερα χαρίζει ἡ μάννα ἡ φύση, γιὰ νὰ ψηλώσουν πάλι οἱ θημωνιὲς καὶ νὰ χορέψουνε κρινόποδες οἱ νιὲς γοργοπατοῦσες μὲς στ᾿ ἁλώνια, μὲ τῆς φωνῆς τους τ᾿ ἀργυρόηχο τὸ κρουστάλλι στὶς φυλλωσιὲς ταράζοντας τὰ κλώνια. Ὤ, ἂς ἦταν σάρκα νάπαιρνε τ᾿ ἀθῷο μου παρακάλι, τόσα πουλιά, ποὺ κρύφτηκαν μὲ τρόμο σὲ τρῦπες μέσα, ὅπου τὸ φῶς ποτὲ δὲν ἔχει φτάσει, νὰ ξαναβροῦνε τὸ γαλάζιον οὐρανό, νὰ τραγουδήσουν πάλι μὲς στὰ δάση, μὲς στὸ λαγκάδι, στὸ βουνό. Κι ἐγὼ ἄγνωρος, μὰ στὴ χαρὰ μὲ στῆθος ἀνοιχτό, μακάριος πιά, γεμάτος ἀγαθότητα, νὰ πάω καὶ ν᾿ ἀποτραβηχτῶ σὲ μία ἀμμουδιά, σ᾿ ἕνα ἀκρογιάλι χαρωπό, ν᾿ ἀκούω, ν᾿ ἀκούω ἀναγυρτὸς βράδυ, πρωὶ καὶ δείλι τὸ μυστικὸ τῆς ἄσωστης δημιουργίας σκοπό, ποὺ ρόδινος θὰ βγαίνῃ ἀπ᾿ τὸ κοχύλι.

Μὲς στὸ βαθύ σου νόημα τὴ σκέψη μου ὅλη ἐβύθισα.
Ἐσύ, Ὑπερούσια Δύναμη, τὸ θεῖο σπινθῆρα δός μου.
Μίσους ἀνήμερος σεισμὸς ξεσάλεψε τὰ θέμελα τοῦ κόσμου.
Φυγάδεψε ἀπ᾿ τὰ χείλη ὁ χαλασμὸς τὸ χαμογέλιο τῶν ἀνθρώπων
κι ὅλα τὰ μάτια μὲ ἄμετρη κακία ἔχει γεμίσει.
Πρὸς Σέ, Ὑπερούσια Δύναμη, νικώντας τὴ χυδαία βοὴ
τοῦ πλήθους ποὺ ἀλαλάζει,
τούτη τὴ δέηση ψηλώνω κυπαρίσσι.
Τὰ χέρια μου, λευκὰ σὰν τὸ χαλάζι, τ᾿ ἁπλώνω,
ν᾿ ἀπιθώσῃς μία φωτιά, τὴ θεία φωτιά,
ποὺ φλόγες μὲς στὶς φοῦχτες μου τρανὲς ἂς ἀναδώσῃ
κι ἀκατάλυτες, τοῦ κόσμου τὴν καρδιὰ
μ᾿ ἀποκοτιά, σὰν σὲ καμίνι μέταλλο σκληρό, νὰ λειώσω
κι ἀμόλυντη, καθάρια ἕναν καιρὸ
στὸν ἄνθρωπο ξανὰ νὰ τήνε δώσω.
Ὤ, ἂς ἦταν σάρκα νἄπαιρνε τὸ τέτοιο παρακάλι,
τὰ μάγια ποὺ ἔσπειρε τὸ Πνεῦμα τοῦ Κακοῦ,
νὰ ξαναλύσουν, καμπάνες γιορτινὲς νὰ διαλαλήσουν
τ᾿ ὁλόφωτο ἀναγάλλιασμα τῆς πλάσης ὅλης πάλι.
Κι ἂς ἤτανε στὴν ἄχραντη καρδιά,
ποὺ θἄδινα στὸν ἄνθρωπο,
θρόνο γιὰ πάντα νἅστηνεν
ἡ ρήγισσα ἡ Ἀγάπη,
μ᾿ ἀνασασμὸ κάποια γαλάζια χαραυγὴ
νὰ σκύψῃ πάλι ὁ ἄνθρωπος στὴ γῆ,
ξανὰ γιὰ νὰ φυλλώσουν τὰ κλαδιὰ
νὰ πάρῃ ἡ χτίση νέα ζωή,
ποὺ ἀπὸ τὸ βοῦρκο ἐσάπη.
Καὶ τὰ σκυφτὰ καματερά, ὀργώνοντας μὲ νέα χαρὰ
τὸ χῶμα, ποὺ αἷμα ἀνθρώπινο τὸ πότισε
καὶ σαρκοφάγα τὄσκαψαν ὀρνίθια,
νὰ κάνουν νὰ φουσκώσῃ σὰν τὰ στήθια
τῆς ὥριμης κοπέλας,
νὰ καρπίσῃ ἀπ᾿ τ᾿ ἀγαθά,
ποὺ ἁπλόχερα χαρίζει ἡ μάννα ἡ φύση,
γιὰ νὰ ψηλώσουν πάλι οἱ θημωνιὲς
καὶ νὰ χορέψουνε κρινόποδες οἱ νιὲς
γοργοπατοῦσες μὲς στ᾿ ἁλώνια,
μὲ τῆς φωνῆς τους τ᾿ ἀργυρόηχο τὸ κρουστάλλι
στὶς φυλλωσιὲς
ταράζοντας τὰ κλώνια.
Ὤ, ἂς ἦταν σάρκα νάπαιρνε τ᾿ ἀθῷο μου παρακάλι,
τόσα πουλιά, ποὺ κρύφτηκαν μὲ τρόμο σὲ τρῦπες μέσα,
ὅπου τὸ φῶς ποτὲ δὲν ἔχει φτάσει,
νὰ ξαναβροῦνε τὸ γαλάζιον οὐρανό,
νὰ τραγουδήσουν πάλι μὲς στὰ δάση,
μὲς στὸ λαγκάδι, στὸ βουνό.
Κι ἐγὼ ἄγνωρος, μὰ στὴ χαρὰ μὲ στῆθος ἀνοιχτό,
μακάριος πιά, γεμάτος ἀγαθότητα, νὰ πάω
καὶ ν᾿ ἀποτραβηχτῶ σὲ μία ἀμμουδιά,
σ᾿ ἕνα ἀκρογιάλι χαρωπό, ν᾿ ἀκούω, ν᾿ ἀκούω
ἀναγυρτὸς βράδυ, πρωὶ καὶ δείλι
τὸ μυστικὸ τῆς ἄσωστης δημιουργίας σκοπό,
ποὺ ρόδινος θὰ βγαίνῃ ἀπ᾿ τὸ κοχύλι.

Διαβάστε επίσης: Στέλιος Σπεράντσας

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου