Translate

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν - Η κόρη της σχολής των απόρων παίδων

Η υπογραφή του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

I
Εν τινι φιλανθρωπική σχολή των απόρων παίδων ευρίσκετο και μικρά τις Ιουδαία εύτακτος, ευφυής, και μάλλον προκεχωρημένη των συμμαθητριών της εις όλα τα μαθήματα εκτός του ιερού, καθότι κατά διαταγήν του πατρός της δεν εδιδάσκετο εις αυτό.
Και επετρέπετο μεν εις την κόρην να η παρούσα κατά την διδασκαλίαν αυτού, αλλά έχουσα προ αυτής το βιβλίον της γεωγραφίας ή της αριθμητικής να μελετά τα μαθήματα της επιούσης. Τούτο η ευφυής κόρη το έπραττεν εντός βραχυτάτου διαστήματος· και μετά ταύτα ηκροάζετο σιωπώσα του χριστιανού διδασκάλου, όστις ταχέως ανεκάλυψε και επείσθη ότι η Εβραία κόρη ηκροάζετο επιμελέστερον των λοιπών.
Ότε ο πατήρ της, πτωχός, αλλά τίμιος ανήρ, έφερε κατά πρώτον το κοράσιον εις το σχολείον, συνεφώνησε μετά του διευθυντού, όπως εξαιρεθή του μαθήματος της Χριστιανικής διδασκαλίας. Αλλ’ επειδή, εάν απήρχετο του δωματίου κατά την εν λόγω ώραν, υπήρχεν υποψία ότι ήθελεν ίσως ταράξη την τάξιν και όπερ θα δυσαρέστη τον διδάσκαλον, απεφασίσθη να μένη εν τω δωματίω ασχολουμένη εις την μελέτην άλλων μαθημάτων.
Τουθ’ όπερ εκ των υστέρων απεδείχθη αδύνατον.
Ο διδάσκαλος παρεκάλεσε τον πατέρα της Σάρας (ούτως εκαλείτο η κόρη) ή να αποσύρη αυτήν από του σχολείου, ή να συγκατατεθή όπως ακροάται η θυγατήρ του και του μαθήματος περί Χριστιανικών καθηκόντων, καθότι εξηκολούθησε - «Δεν δύναμαι να μένω πλέον σιωπηλός παρατηρητής των ακτινοβόλων εκείνων οφθαλμών του τέκνου σου, εν οις εν και μόνον βλέμμα δείκνυσι τα ζωηρά αυτού υπέρ του Ευαγγελίου αισθήματα.»
- «Δεν γνωρίζω πολλά περί των εντολών του Θεού, των δοθεισών εις τους πατέρας ημών, απεκρίθη ο πατήρ κλαίων· η μήτηρ όμως της Σάρας μου ήτο σταθερά εις την πίστιν αυτής και πιστή θυγάτηρ του Ισραήλ. Ότε δε απέθνησκε τη υπεσχέθην ότι ποτέ δεν θέλω επιτρέψει εις το τέκνον ημών να δεχθή το χριστιανικόν βάπτισμα… και οφείλω να τηρήσω την υπόσχεσίν μου, ην θεωρώ ως συνθήκην μετά του Θεού αυτού.»
Κατά συνέπειαν η Ισραηλίτις κόρη εγκατέλειπε το σχολείον.


II
Πολλά έτη παρήλθον έκτοτε.
Εν τινι κωμοπόλει ευρίσκετο, ως υπηρέτρια παρά πτωχή οικογενεία, κόρη τις πρεσβεύουσα και υποτασσομένη εις τον Μωσαϊκόν νόμον. Η κόμη της ήτο μέλαινα ως έβενος, οι δε οφθαλμοί της μέλανες ως νυξ, αλλά χαρίεντες και εύθυμοι ως συνήθως τούτο απαντάται εις τας θυγατέρας του Ισραήλ.
Ήτο η Σάρα.
Η έκφρασις του προσώπου, της αναπτυχθείσης ήδη νεάνιδος, προέδιδε το κοράσιον εκείνο το καθήμενον άλλοτε εις τα θρανία του σχολείου των απόρων παίδων και ακροαζόμενον μετ’ ενδιαφέροντος του χριστιανού εκείνου διδασκάλου.
Κατά Κυριακήν αντήχουν οι κώδωνες της εκκλησίας των πιστών, οι ήχοι των οργάνων και οι ύμνοι των εκκλησιαζομένων οίτινες ηκούοντο μέχρι της οικίας ένθα η Εβραία κόρη διέμενε καθ’ όλα φιλόπονος και πιστή!
«- Θέλω τηρήσει αγίαν την ημέραν του Σαββάτου, εψιθύρισε φωνή εντός αυτής.» -Ήτο η φωνή του Νόμου.
«-Πλην η ημέρα του Σαββάτου, διελογίζετο πάλιν, είναι ημέρα εργάσιμος παρά τοις Χριστιανοίς. Τι ποιήσω; -Αλλά χρονολογεί άραγε ο Θεός δι’ ημερών και ωρών;» αυτή ήτο η δευτέρα σκέψις.
Όταν δε η σκέψις αύτη ωρίμασεν εν εαυτή ανεκουφίσθη και ήρξατο προσευχομένη και αυτή ανενοχλήτως κατά την Κυριακήν των Χριστιανών. Και όταν ο ήχος της αρμονίας και του ύμνου των εκκλησιαζομένων επεξετείνετο μέχρι του μαγειρίου, εν ω αύτη ειργάζετο, και αυτός ο τόπος εν ω ίστατο εφαίνετο αυτή άγιος. Ήνειγε τότε την Παλαιάν Διαθήκην, τον θησαυρόν και την παρηγορίαν του λαού της και ανεγίνωσκεν αυτήν, έχουσα πάντοτε υπ’ όψιν τους λόγους, δι’ ους εγκατέλιπε το σχολείον, και την υπόσχεσιν, ην ο πατήρ της έδωκεν εις την θνήσκουσαν μητέρα της. Η Καινή Διαθήκη ήτο βιβλίον εσφραγισμένον δι’ αυτήν και όμως εγνώριζε πολλά εξ αυτής· και το Ευαγγέλιον υπέφωσκεν αμυδρώς πως εν ταις αναμνήσεσι της νεαράς της ηλικίας.
Εσπέραν τινα εκάθητο εν τινι γωνία της αιθούσης της συναναστροφής. Ο δε κύριος της ανεγίνωσκεν αρχαίον βιβλίον πραγματευόμενον περί παλαιάς παραδόσεως. Η υπόθεσις ήτο τοιαύτη
«Ούγγρος τις, ιππότης, ηχμαλωτίσθη ποτέ υπό τινος Πασσά κατ’ εντολήν του οποίου εζεύχθη εις άροτρον και εμαστιγούτο μέχρις ότου το αίμα εξήρχετο άφθονον εκ των πληγών και ελειποθήμει σχεδόν εκ των πόνων και της συναισθήσεως του ονείδους. Η πιστή σύζυγος του εξεποίησεν άπαντα τα πολύτιμα σκεύη του πύργου υποθηκεύσασα και αυτόν τον πύργον, εν ω οι φίλοι του ιππότου συνελεξαν δι’ εράνων ικανήν ποσότητα χρημάτων διά τα λύτρα, άτινα άλλως κατήντων υπερβολικά και σχεδόν μυθώδη. Τέλος συνελέχθησαν και ο δυστυχής ιππότης επέστρεψεν εις τας αγκάλας της οικογενείας του, ασθενής και απηυδισμένος εκ των κακουχιών και ταλαιπωριών. Αλλά δεν ησύχασεν επί πολύ. Ταχέως νέα πρόσκλησις πολέμου εγένετο κατά των εχθρών του Χριστιανισμού· ο ιππότης προσεκλήθη και δεν περιέμενε περισσότερον… η καρδία του δεν είχεν ειρήνην ουδ’ ανάπαυσιν. Επέβη του ίππου του· και το αίμα πάλιν ερόδισε τας παρειάς του εν ω η ισχύς και η ρώμη εφαίνοντο ότι επανήλθον εις αυτόν. Ανεχώρησεν εις τον πόλεμον και την νίκην.
Ο νικητής πασσάς εγένετο αιχμάλωτός του και μετεκομίσθη εις τον πύργον του· όπου μετ’ ολίγον αφιχθείς και ο ιππότης πρώτην φροντίδα έσχε να παρουσιασθή αυτώ και να τον ερωτήση.
-Τι νομίζεις ότι σε περιμένει ήδη;
-Γνωρίζω απεκρίθη ο πασσάς, ανταπόδοσις.
-Ναι ανταπόδοσις· αλλ’ ανταπόδοσις Χριστιανού! «Ο Χριστός εντέλλεται ημίν να συγχωρώμεν τους εχθρούς ημών· και συ δεν είσαι εχθρός μου; Ο Θεός ημών είναι αγάπη. Άπελθε εν ειρήνη· πορεύθητι εις τον οίκον σου· αλλ’ έσο εις το εξής πραΰς και εύσπλαγχνος προς τους δυστυχείς.
Ο αιχμάλωτος κλαίων ανέκραξε.
-Ηδυνάμην εγώ να ελπίσω ποτέ τοιαύτην ευσπλαγχνίαν, εν ω προσεδόκων δικαίας βασάνους και ταλαιπωρίας; Ποτέ δεν επίστευον· και η απελπισία με ώθησε να λάβω το δηλητήριον… Μετ’ ολίγον αποθνήσκω αφεύκτως· αλλά πριν αποθάνω εξήγησον μοι την θείαν ταύτην διδασκαλίαν, την διδάσκουσαν τοιαύτην αγάπην και ευσπλαγχνίαν. Δίδαξον μοι αυτήν, όπως αποθάνω και εγώ Χριστιανός!
Η προσευχή του επληρώθη!»
Την διήγησιν ταύτην άπασα η ομήγυρις ηκροάζετο μετά συμπαθείας και πάθους εκτός της Εβραίας κόρης, ης η καρδία επί τη ακροάσει ταύτη εφλέγετο· θρόμβοι δακρύων ανέβλυον επί των ακτινοβολούντων οφθαλμών της και κατεκυλίοντο επί των ροδινών παρειών της.
Εκάθητο εν τη γωνία της πραεία και ταπεινή τη καρδία, ως ότε εκάθητο εις τας σανίδας του σχολείου αισθανομένη το μεγαλείον του Ευαγγελίου.
Πλην και πάλιν οι λόγοι της θνησκούσης μητρός
«Να μη γίνη η κόρη μου Χριστιανή»
συνδυαζόμενοι μετά του γράμματος του νόμου
«Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου.»
ηνάγκαζον την Εβραίαν κόρην να σκέπτηται: «Δεν είναι επιτετραμμένη εις εμέ η είσοδος εις την κοινωνίαν των Χριστιανών.
«Με υβρίζουσι διότι ειμαι Εβραία – οι παίδες των γειτόνων με έσυρζον προχθές ισταμένην προ της θύρας της εκκλησίας, θεωρούσαν τας καιομένας λαμπάδας και ακροωμένην των αναπεμπομένων τω Θεώ ύμνων και επαίνων. Αφ ότου εκάθησα επί των ξυλίνων εδρών του σχολειου ησθάνθην την δύναμιν του Χριστιανισμού, δύναμιν εισερχομένην λίαν βαθέως εις την καρδίαν μου, όσω και αν κλείω τους οφθαλμούς. Αλλά δεν θα σε λυπήσω εν τω τάφω, οίμοι! αγαθή μου μήτερ! Ουχί, δεν θα επιορκήσω εις τον όρκον του πατρός μου! Ποτέ δεν θα αναγνώσω την βίβλον των Χριστιανών, όσω καλή και αν ήναι αύτη. Έχω την θρησκείαν του λαού μου και εις αυτήν θα εμμένω.»


III
Έτη πολλά παρήλθον έκτοτε.
Ο κύριος της απέθανε. Η χήρα του περιέπεσεν εις πτωχίαν και η υπηρέτρια επρόκειτο να απολυθή.
Αλλ’ η Σάρα απεποιείτο να εγκαταλείψη τον οίκον. Εγένετο η βακτηρία αυτού εν δεινοίς καιροίς και συνετήρει αυτόν εργαζομένη μέχρι νυκτός· διότι ουδείς των συγγενών ήλθεν εις βοήθειαν αυτού.
Από ημέρας εις ημέραν η χήρα εγίνετο ασθενεστέρα και τέλος κατέπεσεν εις την κλίνην κοιτομένη επί πολλούς μήνας. Η Σάρα ειργάζετο και εν τω μεταξύ ενοσήλευε την ασθενή καθημένη παρά την κλίνην της· ήτο ηπίου και ευσεβούς χαρακτήρος. Ήτο άγγελος ευλογίας εις τον οίκον της πενίας.
«Πέραν εκεί επί της τραπέζης ευρίσκεται η βίβλος. Ανάγνωθι μοι τι εξ αυτής· διότι η νυξ είναι τόσω μεγάλη! ω ναι, τόσω μακρά! και η καρδία μου διψά τον λόγον του Κυρίου.» Είπεν η ασθενούσα προς την Σάραν.
Η Σάρα έκυψε την κεφαλήν· έλαβε το βιβλίον, ήνοιξεν αυτό και ανέγνωσεν εις την νοσούσαν. Δάκρυα ίσταντο επί των οφθαλμών της ακτινοβολούντα εις την λάμψιν του φωτός, ως οι αναγινωσκόμενοι λόγοι εις την καρδίαν της.
«Ω αγαπητή μου μήτερ, εψιθύρισε νε εαυτή, το τέκνον σου δεν θα δεχθή το βάπτισμα των Χριστιανών ουδέ θέλει εισέλθει εις την Εκκλησίαν αυτών. –Ούτω σοι έδοξε· και θα σεβασθώ την εντολήν σου. Θα μένωμεν ηνωμέναι εν τη γη. Αλλά πέραν της γης υπάρχει υψηλοτέρα ένωσις· η μετά του Θεού! Ούτος θα ήναι πλησίον ημών και θέλει οδηγήσει ημάς διά της κοιλάδος της σκιάς του θανάτου. Αυτός δίδει την βροχήν και μετ’ αυτής την ευφορίαν εις την γην. Το εννοώ –δεν γνωρίζω πως συνέπεσε να μάθω την αλήθειαν· αλλά το γνωρίζω, διά μέσου Αυτού· διά μέσου του Χριστού!»
Και ανετινάχθη άμα επρόφερε το ιερόν εκείνο όνομα, και επήλθεν επ’ αυτήν το βάπτισμα ως φλοξ πυρός· το σώμα της ανετινάχθη, τα μέλη της εταράχθησαν και έπεσε λιπόθυμος, γενομένη ασθενεστέρα και αυτής της νοσούσης παρά τη κλίνη της οποίας εγρηγόρει.
Ταλαίπωρος Σάρα! –ανέκραξαν οι παρεστώτες- κατεπονήθη υπό του καμάτου και της αγρυπνίας.
Την μετεκόμισαν εις το νοσηλευτήριον των πενήτων ασθενών. Εκεί απέθανε και εκείθεν μετεκόμισαν αυτήν εις τον τάφον, αλλά όχι εν τω κοιμητηρίω των Χριστιανών, διότι εκεί δεν υπήρχε τόπος δια την Εβραίαν κόρην· έξωθεν του τείχους ανεσκάφη ο τάφος αυτής.
Πλην ο ήλιος του Θεού, όστις φέγγει επί των τάφων των Χριστιανών, ρίπτει επίσης τας ακτίνας του και επί του τάφου της Εβραίας κόρης υπεράνω των τειχών· ότε δε η ψαλμωδία ηχεί εντός του κοιμητηρίου των χριστιανών, αντηχεί επίσης και επί του μονήρους τάφου· και η κοιμωμένη υποκάτωθεν αυτού συμπεριλαμβάνεται εις την πρόσκλησιν της αναστάσεως, εν ονόματι Αυτού, όστις ελάλησεν εις τους μαθητάς αυτού
«Ιωάννης μεν εβάπτισεν υμάς εν ύδατι, εγώ δε βαπτίσω υμάς εν Πνεύματι Αγίω!»


Διαβάστε επίσης: Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Πηγή: Βικιθήκη

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου