Translate

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ντέιβιντ Χιουμ - Μέρος XII/Διάλογοι για τη Φυσική Θρησκεία

Στη φωτογραφία εικονίζεται ο Ντέιβιντ Χιουμ.
Ντέιβιντ Χιουμ

 

Ι

Όπου η αναλογική θεολογία ξεπερνώντας το δογματισμό της γίνεται θεϊσμός και ο σκεπτικισμός ξεπερνώντας τον αθεϊσμό του αγνωστικισμός και όπου η διαμάχη τους αναγνωρίζεται απλώς λεκτική και η προτίμηση ζήτημα ιδιοσυγκρασίας.

Μετά την αποχώρηση του Δημέα, ο Κλεάνθης και ο Φίλων συνέχισαν τη συζήτηση ως εξής:
- Ο φίλος μας, φοβούμαι, είπε ο Κλεάνθης, θα έχει λίγη διάθεση να ξαναπιάσει τέτοια θέματα συζητήσεως, όσο θα βρίσκεσαι στην ομήγυρη και, για να σου πω την αλήθεια, Φίλωνα, θα προτιμούσα κι εγώ να διαλογιζόμουν με τον καθένα από σας χωριστά για ένα τόσο υψηλό και ενδιαφέρον θέμα. Το πνεύμα αφισβητήσεως που σε χαρακτηρίζει, μαζί με την αποστροφή σου για τις προκαταλήψεις του κοινού ανθρώπου, σε ωθεί να παίρνεις περίεργες θέσεις πάνω στη ρύμη του λόγου σου και δεν υπάρχει ιερό και όσιο, ακόμη και στα δικά σου μάτια, του οποίου να φείδεσαι σε αυτή την περίπτωση.
- Οφείλω να ομολογήσω, απάντησε ο Φίλων, πως είμαι λιγότερο προσεκτικός στο θέμα της Φυσικής Θρησκείας απ' ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο και διότι γνωρίζω ότι, ως προς αυτό το κεφάλαιο, ποτέ δεν μπορώ να διαφθείρω τις αρχές οποιουδήποτε ανθρώπου που να έχει ένα κοινό νου και διότι κανένας, είμαι βέβαιος, στα μάτια του οποίου φαίνομαι άνθρωπος με κοινό νου, δεν θα παρεξηγήσει ποτέ τις προθέσεις μου. Ειδικότερα εσύ, Κλεάνθη, με τον οποίο ζω σε ανεπιφύλατκτη οικειότητα, κατανοείς πως, ανεξάρτητα από την ελευθερία με την οποία μιλώ και την αγάπη μου για ασυνήθη επιχειρήματα, κανείς δεν έχει εντυπωμένη στο πνεύμα του μια βαθύτερη αίσθηση της θρησκείας ή δεν αποδίδει βαθύτερη λατρεία στο Θείο Ον, καθώς αποκαλύπτεται το ίδιο στη λογική, μέσα από την ακατανόητη εφευρετικότητα και τεχνουργία της φύσεως. Η ύπαρξη σκοπού, προθέσεως, σχεδιασμού εντυπωσιάζει παντού ακόμα και τον πιο απρόσεκτο και τον πιο ανόητο στοχαστή. Και κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να έχει τόσο σκληρυνθεί από παράλογα συστήματα ώστε να τα απορρίπτει συνεχώς. ΄Οτι η Φύση δεν κάνει τίποτε επί ματαίω είναι ένα γνωμικό καθιερωμένο σε όλες τις σχολές, απλώς από τη θεώρηση των έργων της φύσεως, χωρίς καμμιά θρησκευτική πρόθεση· και από μια σταθερή πεποίθηση για την αλήθεια του ένας ανατόμος που έχει παρατηρήσει ένα νέο όργανο ή αγωγό, ποτέ δεν θα 'μενε ικανοποιημένος έως ότου ανεκάλυπτε τη χρησιμότητά του και το σκοπό του. ΄Ενα μεγάλο θεμέλιο του κοπερνικείου συστήματος είναι το γνωμικό ότι η Φύση δρα δια των απλουστάτων μεθόδων και εκλέγει το καταλληλότερο μέσον δι' έκαστον σκοπόν· και οι αστρονόμοι συχνά, χωρίς να το σκέφτονται, χτίζουν με την αρχή αυτή γερά θεμέλια για την ευσέβεια και τη θρησκεία. Το ίδιο πράγμα παρατηρείται σε άλλους τομείς της φιλοσοφίας, κι έτσι όλες οι επιστήμες μας οδηγούν ανεπαίσθητα στην αποδοχή ενός πρώτου έλλογου Δημιουργού και η αυθεντία τους είναι συχνά τόσο μεγαλύτερη όσο δεν επαγγέλλεται απευθείας τούτη την πρόθεση.
Ακούω μ' ευχαρίστηση τον Γαληνό να στοχάζεται σχετικά με τη δομή του ανθρώπινου σώματος. Η ανατομία ενός ανθρώπου, λέγει, αποκαλύπτει πάνω από 600 διαφορετιικούς μυώνες και όποιος τους παραητηρήσει προσεκτικά θα βρει πως στο καθενα από αυτούς η Φύση πρέπει να έχει συναρμολογήσει τουλάχιστον δέκα διαφορετικές λειτουργίες, προκειμένου να επιτύχει το σκοπό που έταξε· κατάλληλο σχήμα, σωστό μέγεθος, ορθή τοποθέτηση των διαφόρων άκρων, άνω και κάτω θέση του συνόλου, η απαιτούμενη εισαγωγή των διαφόρων νεύρων, φλεβών και αρτηριών· έτσι ώστε, μόνο στους μυώνες, πρέπει να έχουν διαμορφωθεί και εκτελεσθεί παραπάνω από 6.000 διαφορετικές απόψεις και προθέσεις. Υπολογίζει πως τα οστά είναι 284· οι διακεκριμένοι σκοποί που στοχεύονται στη δομή του καθενός παραπάνω από σαράντα. Τι εκπληκτική επίδειξη δεξιοτεχνίας, ακόμα και σ' αυτά τα απλά και ομογενή μέρη! Αλλά αν εξετάσουμε το δέρμα, τις συνδέσεις, τα αγγεία, τους αδένες, τους χυμούς, τα άκρα και τα μέλη του σώματος, πόσο πολύ θα πρέπει η κατάπληξή μας να αυξάνει για τον αριθμό και την πολυπλοκότητα των μελών που είναι τόσο τεχνικά συναρμολογημένα! ΄Οσο μακρύτερα προχωρούμε σ' αυτές τις έρευνες, ανακαλύπτουμε νέες απόψεις τέχνης και σοφίας· αλλ' υποπτευόμαστε ακόμη, από απόσταση, περισσότερες απόψεις, πέρ' απ' ό,τι μπορούμε να συλλάβουμε: Στη λεπτή εσωτερική δομή των οργάνων, στην οργάνωση του εγκεφάλου, στην υφή των σπερματικών αγγείων. ΄Ολα αυτά τα τεχνουργήματα επαναλαμβάνονται σε κάθε διαφορετικό είδος των ζώων, με αξιοθαύμαστη ποικιλία και με ακριβή καταλληλότητα, προσαρμοσμένη στις διάφορες προθέσεις της Φύσεως, κατά τον σχηματισμό κάθε είδους. Και αν η απιστία του Γαληνού, ακόμα κι όταν αυτές οι φυσικές επιστήμες ήταν ακόμα ατελείς, δεν μπορούσε να αντέξει σε τέτοια εντυπωσιακά φαινόμενα, σε ποια κορυφή ισχυρογνωμοσύνης πρέπει να έχει φτάσει ένας φιλόσοφος στη σημερινή εποχή για να μπορεί ν' αμφιβάλλει σχετικά με την ύπαρξη ενός ΄Υπατου Νου;
Εάν μπορούσα να συναντήσω έναν αυτού του είδους (που, δοξα τω θεώ, σπανίζει πολύ), θα τον ερωτούσα: Αν υποθέταμε ότι υπήρχε ένας θεός που να μην απεκαλύπτετο απευθείας στις αισθήσεις μας, θα του ήταν δυνατόν να δώσει ισχυρότερες αποδείξεις της υπάρξεώς του από αυτές που παρουσιάζονται σ' ολόκληρο το πρόσωπο της φύσεως; Τί θα μπορούσε πράγματι ένα τέτοιο θείο Ον να κάνει άλλο από το να αντιγράψει την παρούσα οικονομία των πραγμάτων, να καταστήσει μερικά από τα τεχνάσματά του τόσο ξεκάθαρα, ώστε καμιά ηλιθιότητα να μη μπορεί να τα παρεξηγήσει, να επιτρέψει κάποιες ματιές σε μεγαλύτερα ακόμη τεχνάσματα, που ν' αποδεικνύουν την καταπληκτική ανωτερότητά του σε σχέση με τις στενές μας αντιλήψεις· και να κρατήσει πολλά εντελώς κρυφά από τέτοια ατελή πλάσματα σαν εμάς; Τώρα, σύμφωνα με όλους τους νόμους του ορθού διαλογισμού, κάθε γεγονός πρέπει να θεωρείται αδιαμφισβήτητο, όταν υποστηρίζεται από όλα τα επιχειρήματα που επιδέχεται η φύση του, έστω κι αν αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι, καθ' εαυτά, πολυάριθμα ή πειστικά. Πόσο περισσότερο στην παρούσα περίπτωση, όπου καμιά ανθρώπινη φαντασία δεν μπορεί να υπολογίσει τον αριθμό τους και καμιά διάνοια να εκτιμήσει την πειστικότητά τους.
- Θα προσθέσω ακόμη, είπε ο Κλεάνθης, σ' όσα τόσο καλά προέβαλες, πως ένα μεγάλο πλεονέκτημα της αρχής του θεϊσμού έγκειται στο ότι είναι το μόνο σύστημα κοσμογονίας που μπορεί να καταστεί κατανοητό και πλήρες, κι ωστόσο μπορεί από την αρχή ώς το τέλος να διατηρήσει μια ισχυρή αναλογία μ' ό,τι βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε καθημερινά στον κόσμο. Η σύγκριση του σύμπαντος προς μια μηχανή ανθρώπινης επινοήσεως είναι τόσο ευλογοφανής και φυσική και δικαιολογείται από τόσα πολλά παραδείγματα τάξεως και σχεδιασμού στη φύση ώστε δεν μπορεί παρά να εντυπωσιάζει αμέσως κάθε απροκατάληπτη παρατήρηση και να να γίνεται καθολικώς αποδεκτή. Και αυτός που επιχειρεί να αδυνατίσει τούτη τη θεωρία δεν μπορεί να ισχυρισθεί πως πετυχαίνει να βάλει στη θέση της οποιαδήποτε άλλη, που να είναι επακριβής και καθορισμένη· του είναι αρκετό να αρχίσει αμφιβολίες και δυσκολίες και μέσα από απομακρυσμένες και αφηρημένες απόψεις των πραγμάτων να φτάσει σ' αυτή την αναστολή της κρίσεως, που είναι εδώ το ανώτατο όριο των ευχών του. Αλλά αυτή η κατάσταση του νου είναι αφ'εαυτής μη-ικανοποιητική, έτσι που δεν μπορεί ποτέ να υποστηριχθεί σταθερά ενάντια σε τόσο εντυπωσιακά φαινόμενα σαν κι αυτά που συνεχώς μας ωθούν στη θρησκευτική υπόθεση. Η ανθρώπινη φύση είναι ικανή να εμμείνει από τη δύναμη της προκαταλήψεως, με πείσμα και καρτερικότητα, σ' ένα λανθασμένο και παράλογο σύστημα. Αλλά νομίζω πως είναι αδύνατο να διατηρήσει ή να υπερασπισθεί μια πλήρη έλλειψη συστήματος, σε αντιπαράθεση προς μια θεωρία υποστηριζόμενη από ισχυρούς και καταφανείς λόγους, από τη φυσική κλίση και από μια πρώιμη ανατροφή.
- Τόσο λίγο εκτιμώ, απάντησε ο Φίλων, αυτή την αναστολή της κρίσεως στην παρούσα περίπτωση, ώστε τείνω να υποπτευθώ πως εδώ εισέρχεται κάτι από φιλονεικία λέξεων σ' αυτή τη διαμάχη, σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι συνήθως φανταζόμαστε. Το ότι τα έργα της φύσεως δείχνουν μια μεγάλη αναλογία προς τα δημιουργήματα της τέχνης είναι καταφάνερο· και σύμφωνα με όλους τους κανόνες του ορθού διαλογισμού θα οφείλαμε να συμπεράνουμε, εάν τα συζητούμε καθόλου, πως οι αιτίες τους έχουν μιαν αντίστοιχη αναλογία. Αλλά μια που υπάρχουν εξίσου σημαντικές διαφορές, έχουμε λόγους να υποθέσουμε μιαν αναλογική διαφορά στις αιτίες και πιο συγκεκριμένα θα οφείλαμε να αποδώσουμε ένα πολύ υψηλότερο βαθμό δυνάμεως και ενεργείας στην υπάτη αιτία απ' ό,τι παρατηρήσαμε ποτέ στην ανθρωπότητα. Εδώ λοιπόν η ύπαρξη μιας ΘΕΟΤΗΤΑΣ επιβεβαιώνεται σαφώς από τη λογική και αν κάνουμε θέμα το αν, λόγω αυτών των ομοιοτήτων, μπορούμε ορθώς να την αποκαλέσουμε νου ή διάνοια, παρ' όλες τις τεράστιες διαφορές που είναι δυνατόν να υποτεθούν εύλογα μεταξύ αυτών και των ανθρωπίνων νόων, τί είναι αυτό από μια απλή λεκτική διαφωνία; Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την αναλογία των αποτελεσμάτων· να εμποδίσουμε τους εαυτούς μας από το να ερευνούμε σχετικά με τα αίτια δεν είναι και πολύ δυνατό· απ' αυτή την έρευνα, το νόμιμο συμπέρασμα είναι ότι τα αίτια έχουν επίσης μια ομοιότητα. Και αν δεν είμαστε ικανοποιημένοι αποκαλώντας το πρώτο και ανώτατο αίτιο ΘΕΟ ή ΘΕΟΤΗΤΑ, αλλά επιθυμούμε να μεταβάλουμε την ονομασία, τί άλλο μπορούμε να τα αποκαλέσουμε από ΝΟΥ ή ΣΚΕΨΗ, προς τις οποίες ορθά υποτίθεται ότι έχει σημαντική ομοιότητα;
Όλοι οι άνθρωποι με προσγειωμένο νου αηδιάζουν με τις λεκτικές αντιμαχίες που αφθονούν τόσο πολύ στις φιλοσοφικές και θεολογικές έρευνες και έχει βρεθεί πως η μόνη θεραπεία γι' αυτή την κατάχρηση δεν μπορεί παρά να είναι στους ξεκάθαρους ορισμούς, την ακρίβεια των ιδεών που υπεισέρχονται στο κάθε επιχείρημα και την αυστηρή και ομοιόμορφη χρήση των χρησιμοποιουμένων όρων. Αλλά υπάρχει ένα είδος διενέξεως, η οποία από την ίδια τη φύση της γλώσσας και των ανθρωπίνων ιδεών είναι δέσμια μιας συνεχούς αμφιλογίας και ποτέ δεν μπορεί, παρ' όλες τις προφυλάξεις και όλους τους ορισμούς, να φτάσει μια λογική βεβαιότητα ή ακρίβεια. Αυτές είναι οι διαμάχες που αφορούν στους βαθμούς οποιασδήποτε ποιότητας ή περιστάσεως. Οι άνθρωποι μπορούν να συζητούν επ' άπειρον αν ο Αννίβας ήταν μεγάλος ή πολύ μεγάλος ή υπερβολικά μεγάλος άντρας, τι βαθμό καλλονής κατείχε η Κλεοπάτρα, ποιο επίθετο επαίνου δικαιούται ο Λίβιος ή ο Θουκυδίδης, χωρίς η διένεξη να καταλήγει πουθενά. Οι συνομιλητές είναι δυνατόν εδώ να συμφωνούν ως προς το τι εννοούν και να διαφέρουν στους όρους ή τανάπαλιν· κι ωστόσο ποτέ να μην είναι σε θέση να καθορίσουν τους όρους τους ώστε να καταλάβει ο ένας τι εννοεί ο άλλος, διότι οι βαθμίδες αυτών των ποιοτήτων δεν επιδέχονται, όπως η ποσότητα ή οι αριθμοί, ακριβή μέτρηση, που να αποτελέσει το κοινό κριτήριο της διενέξεως. Το ότι η αμφισβήτηση που αφορά στον θεϊσμό είναι τέτοιας φύσεως και συνεπώς είναι εντελώς λεκτική ή ίσως και ακόμη πιο ανίατα αμφιλεγόμενη, αν είναι τούτο δυνατόν, θα φανεί στην παραμικρότερη αναζήτηση. Ερωτώ τον θεϊστή, αν δεν αποδέχεται πως υπάρχει μια μεγάλη και απροσμέτρητη, καθότι ακατανόητη, διαφορά μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου νου. ΄Οσο περισσότερο θρήσκος είναι, τόσο πιο πρόθυμα θα συμφωνήσει με την πρόταση και τόσο περισσότερο διατεθειμένος θα είναι να μεγαλοποιήσει τη διαφορά· θα δηλώσει μάλιστα ότι η διαφορά είναι τέτοιας φύσεως που δεν μπορεί να μεγαλοποιηθεί ποτέ αρκετά. Στη συνέχεια στρέφομαι προς τον αθεϊστή, ο οποίος, ισχυρίζομαι, είναι μόνο κατ' όνομα τέτοιος και ποτέ δεν είναι δυνατό να είναι τέτοιος στα σοβαρά, και τον ρωτώ αν από τη συνοχή και τη φανερή αλληλεξάρτηση όλων των μερών αυτού του κόσμου δεν προκύπτει κάποιος βαθμός αναλογίας ανάμεσα σ' όλες τις λειτουργίες της φύσεως σε κάθε περίσταση και σε κάθε εποχή. Εάν το σάπισμα ενός γογγυλιού, ο πολλαπλασιασμός ενός ζώου και η δομή του ανθρώπινου νου δεν είναι ενέργειες που πιθανώς έχουν κάποια απομακρυσμένη αναλογία η μια με την άλλη. Είναι αδύνατο να μπορέσει να το αρνηθεί· θα το αποδεχθεί πρόθυμα. ΄Εχοντας αποσπάσει αυτή την παραχώρηση, τον απωθώ ακόμη μακρύτερα στην υποχώρησή του και τον ρωτώ αν δεν είναι πιθανό η αρχή που πρώτη οργάνωσε κι ακόμη διατηρεί την τάξη σ' αυτό το σύμπαν να φέρει επίσης κάποια απομακρυσμένη, ασύλληπτη αναλογία με τις άλλες λειτουργίες της φύσεως και μεταξύ αυτών και με την οικονομία του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης σκέψης; Οσοδήποτε απρόθυμος κι αν είναι, πάντως θα οφείλει να συγκατανεύσει. Ποιος είναι τότε, φωνάζω και στους δύο ανταγωνιστές, ο λόγος της αντιλογίας σας; Ο θεϊστής παραδέχεται ότι ο πρωταρχικός νους είναι πολύ διαφορετικός από τον ανθρώπινο λόγο· ο αθεϊστής αποδέχεται ότι η πρώτη αρχή της τάξεως έχει κάποια μακρινή ομοιότητα προς αυτόν. Θα φιλονεικήσετε, κύριοι, σχετικά με τους βαθμούς και θα προχωρήσετε σε μια αντιλογία που δεν έχει ούτε μια ακριβή έννοια ούτε συνεπώς και τρόπο να αποφασιστεί; Εάν είσθε τόσο πείσμονες, δεν παραξενευόμουν να σας δω να αλλάζετε ασυναίσθητα πλευρές· καθώς ο θεϊστής, από το ένα χέρι, θα υπερβάλλει την ανομοιότητα μεταξύ του Ανωτάτου ΄Οντος και των ευθραύστων, ατελών, μεταβαλλομένων, προσκαίρων και θνητών πλασμάτων· και ο αθεϊστής, από το άλλο, θα μεγαλοποιεί την αναλογία που υπάρχει ανάμεσα σε όλες τις λειτουργίες της φύσεως σε κάθε περίοδο, κάθε κατάσταση και κάθε θέση. Αναμετρήσατε, λοιπόν πού βρίσκεται το πραγματικό σημείο της διενέξεως και αν δεν μπορείτε ν' αφήσετε στην άκρη τις διαφωνίες σας, προσπαθήσατε τουλάχιστο, να γιατρευθείτε από την εχθροπάθειά σας.
Και δω πρέπει επίσης να αναγνωρίσω, Κλεάνθη, ότι όπως τα έργα της φύσεως έχουν μια πολύ μεγαλύτερη αναλογία προς τα αποτελέσματα της δικής μας τέχνης και επινοητικότητας απ' ό,τι προς αυτά της δικής μας καλοκαγαθίας και δικαιοσύνης, έχουμε λόγο να συμπεράνουμε ότι οι φυσικές ιδιότητες της θεότητας έχουν μεγαλύτερη ομοιότητα προς αυτές του ανθρώπου απ' ό,τι οι ηθικές του ιδιότητες προς τις ανθρώπινες αρετές. Αλλά ποιο είναι το αποτέλεσμα; Τίποτ' άλλο από αυτό, ότι οι ηθικές ιδιότητες του ανθρώπου είναι πιο ελαττωματικές στο είδος τους από τις φυσικές του δεξιότητες. Διότι, αφού αποδεχόμαστε το Ανώτατο Ον ως απόλυτα και εξολοκλήρου τέλειο, αυτό που διαφέρει περισσότερο από το ανώτατο ον απομακρύνεται και περισσότερο από το ανώτατο μέτρο ευθύτητας και τελειότητας.
Μοιάζει προφανές πως η αντιλογία μεταξύ των σκεπτικιστών και των δογματιστών είναι τελείως λεκτική ή τουλάχιστον αφορά μόνο στις βαθμίδες αμφιβολίας και βεβαιότητας που θα έπρεπε να αποδεχόμαστε σε σχέση με κάθε συλλογισμό· και παρόμοιες διαμάχες είναι συχνά, στο βάθος, λεκτικές, και δεν επιδέχονται κανέναν ακριβή ορισμό. Κανένας φιλοσοφικός δογματιστής δεν αρνείται ότι υπάρχουν δυσκολίες και για τις αισθήσεις και για όλη την επιστήμη και ότι τις δυσκολίες αυτές καμιά κανονική, λογική μέθοδος δεν μπορεί να τις λύσει. Κανένας σκεπτικιστής δεν αρνείται ότι βρισκόμαστε κάτω από μια απόλυτη ανάγκη, παρ' όλες αυτές τις δυσκολίες, να σκεπτόμαστε, να πιστεύουμε και να συλλογιζόμαστε σε σχέση με κάθε είδους θέματα κι ακόμη συχνά να συγκατανεύουμε με εμπιστοσύνη και ασφάλεια. Η μόνη διαφορά, συνεπώς, μεταξύ αυτών των αιρέσεων, αν τους αξίζει αυτό το όνομα, είναι πως ο σκεπτικιστής από συνήθεια, ιδιοτροπία ή κλίση, επιμένει πάρα πολύ στις δυσκολίες, ενώ ο δογματικός, από παρόμοιους λόγους, στην ανάγκη.
Αυτά, Κλεάνθη, είναι τα ανυπόκριτα συναισθήματά μου γι' αυτό το θέμα και γνωρίζεις πως από πάντα τρέφω και διατηρώ αυτά τα συναισθήματα. Αλλά, ανάλογος με τη λατρεία μου για την αληθινή θρησκεία, είναι ο αποτροπιασμός μου για τις χυδαίες προλήψεις και βρίσκω μια ιδιάζουσα απόλαυση, το ομολογώ, στο να ωθώ τέτοιες αρχές κάποτε στον παραλογισμό, κάποτε στην ασέβεια. Και κατανοείς πλήρως πως όλοι οι θρησκομανείς, ασχέτως αν αποστρέφονται τη δεύτερη περισσότερο από τον πρώτο, είναι κοινώς εξίσου ένοχοι και για τα δύο.
- Η κλίση μου, απάντησε ο Κλεάνθης, βρίσκεται, το παραδέχομαι, σε αντίθετη κατεύθυνση. Η θρησκεία, οσοδήποτε διεφθαρμένη, είναι προτιμότερη ωστόσο από την παντελή έλλειψη θρησκείας. Το δογμα μιας μελλοντικής καταστάσεως είναι μια τόσο ισχυρή και αναγκαία εξασφάλιση των ηθών, ώστε ποτέ δεν θα πρέπει να το εγκαταλείψουμε ή να το παραβλέψουμε. Διότι εάν πεπερασμένες και παροδικές ανταμοιβές και τιμωρίες έχουν ένα τόσο μεγάλο αποτέλεσμα, όπως το βλέπουμε καθημερινά, πόσο μεγαλύτερο δεν πρέπει να αναμένεται από τέτοιες απέραντες και αιώνιες ανταμοιβές;
- Πώς συμβαίνει τότε, είπε ο Φίλων, αν η χυδαία πρόληψη είναι τόσο σωστική για την κοινωνία, ολόκληρη η ιστορία να περιέχει τέτοιο πλήθος αφηγήσεων των βλαβερών συνεπειών της στα δημόσια πράγματα; Φατρίες, εμφύλιοι πόλεμοι, κατατρεγμοί, ανατροπές κυβερνήσεων, καταπίεση, σκλαβιά -- τούτες είναι οι τρομακτικές συνέπειες που πάντοτε συνόδευσαν την επικράτησή της πάνω στους νόες των ανθρώπων. ΄Οποτε βρίσκουμε αναφορά στο θρησκευτικό πνεύμα σε μια ιστορική αφήγηση, είμαστε βέβαιοι πως θα συναντήσουμε στη συνέχεια ένα κατάλογο των δυστυχιών που το συνοδεύουν. Και καμιά χρονική περίοδος δεν μπορεί να είναι ευτυχέστερη ή πιο ευημερούσα απ' αυτές κατά τις οποίες ούτε εστία ενδιαφέροντος είναι καθόλου ούτε ακούγεται.
- Η εξήγηση αυτής της παρατηρήσεως, είπε ο Κλεάνθης, είναι φανερή. Η ιδιάζουσα λειτουργία της θρησκείας έγκειται στο να ρυθμίζει τις καρδιές των ανθρώπων, να εξανθρωπίζει τη συμπεριφορά τους, να ενσταλάζει το πνεύμα της εγκράτειας, της τάξεως και της υπακοής· και, όπως η δράση της είναι σιωπηλή και ενδυναμώνει μόνο τα κίνητρα της ηθικότητας και της δικαιοσύνης, διατρέχει τον κίνδυνο να παραβλεφθεί και να μπερδευθεί μ' αυτά τα άλλα κίνητρα. ΄Οταν διαφοροποιείται και δρα σαν μια ξέχωρη αρχή πάνω στους ανθρώπους, έχει ξεφύγει από την οικεία σφαίρα της κι έχει γίνει μόνο μια κάλυψη του φατριασμού και της φιλοδοξίας.
- Κι έτσι θα κάνουν όλες οι θρησκείες, είπε ο Φίλων, εκτός από τις φιλοσοφικές και εκλογικευτικές. Από τους συλλογισμούς σου είναι δυνατόν να υπεκφύγει κανείς ευκολότερα παρά από τα γεγονότα μου. Το συμπέρασμα ότι, αφού οι πεπερασμένες και ολιγοχρόνιες αμοιβές και τιμωρίες έχουν τόσο μεγάλη επίδραση, εκείνες που είναι απέραντες και αιώνιες έχουν ακόμη μεγαλύετρη, δεν είναι σωστό. Παρατήρησε, σε θερμοπαρακαλώ, την προσκόλληση που έχουμε προς τα παρόντα πράγματα και τη μικρή μέριμνα που έχουμε για αντικείμενα τόσο απομακρυσμένα και αβέβαια. ΄Οταν οι ιερωμένοι ρητορεύουν ενάντια στην κοινή συμπεριφορά και τη διακυβέρνηση του κόσμου, πάντα παρουσιάζουν αυτή την αρχή σαν την πιο ισχυρή που είναι δυνατόν κανείς να φανταστεί (όπως πράγματι είναι) και περιγράφουν ολόκληρο σχεδόν το ανθρώπινο γένος ωσάν να βρίσκεται κάτω από την επιρροή της και σαν να είναι βυθισμένο στον βαθύτερο λήθαργο και την αδιαφορία σχετικά με τα θρησκευτικά του συμφέροντα. Ωστόσο, οι ίδιοι αυτοί ιερωμένοι, όταν αντικρούουν τους κατά σκέψη ανταγωνιστές τους, υποθέτουν τα κίνητρα της θρησκείας τόσο ισχυρά, ώστε χωρίς αυτά να είναι αδύνατο για την κοσμική κοινωνία να επιβιώσει κι ούτε αισχύνονται για μια τόσο απτή αντίφαση. Είναι διαπιστωμένο από εμπειρία ότι ο μικρότερος σπόρος φυσικής τιμιότητας και καλής θελήσεως έχει μεγαλύτερο αποτέλεσμα πάνω στη συμπεριφορά των ανθρώπων από τις πομπωδέστατες απόψεις που προτείνουν οι θεωρίες και τα συστήματα της θεολογίας. Η φυσική ροπή ενός ανθρώπου δρα συνεχώς επάνω του, είναι παντοτινά παρούσα στο νου και συγχέεται με κάθε άποψη και θεώρηση· ενώ τα θρησκευτικά κίνητρα, κι όταν ακόμη δρουν, λειτουργούν μόνο με ξαφνιάσματα και σκιρτήματα και τους είναι ελάχιστα δυνατό να συσταθούν σε πνευματικές έξεις. Η δύναμη της μεγίστης βαρύτητας, λέγουν οι φιλόσοφοι, είναι ασύγκριτα μικρή σε σύγκριση μ' αυτή της ελαχίστης ωθήσεως, είναι ωστόσο βέβαιο ότι και η πιο μικρή βαρύτητα στο τέλος θα υπερισχύσει μιας μεγάλης ωθήσεως, διότι ούτε μικρά ούτε μεγάλα κτυπήματα είναι δυνατόν να επαναλαμβάνονται με τόση σταθερότητα όσο η έλξη και η βαρύτητα.
Άλλο ένα πλεονέκτημα της κλίσεως· στρατολογεί με το μέρος της όλο το πνεύμα και τη λεπτότητα του νου· και όταν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις θρησκευτικές αρχές, επιδιώκει με κάθε μέθοδο και κάθε τρόπο να τις αποφύγει· και σχεδόν πάντα το πετυχαίνει. Ποιος μπορεί να εξηγήσει την καρδιά του ανθρώπου ή να δώσει λόγο γι' αυτές τις περίεργες ζητωκραυγές και δικαιολογίες με τις οποίες οι άνθρωποι ικανοποιούν τους εαυτούς των, όταν ακολουθούν την κλίση τους σε αντίθεση προς τα θρησκευτικά τους καθήκοντα; Η κοινωνία το καταλαβαίνει πολύ καλά· γι' αυτό, άλλωστε, μόνο ένας τρελός έχει λιγότερη εμπιστοσύνη σ' έναν άνθρωπο, επειδή θα του πουν ότι από τη μελέτη και τη φιλοσοφία σχημάτισε κάποιες θεωρητικές υποψίες στα θεολογικά ζητήματα. Κι όταν πάλι έχουμε να κάνουμε μ' έναν άνθρωπο που διακηρύσσει τη θρησκευτικότητα και την ευλάβειά του, τί άλλο καταφέρνει από το να κάνει πολλούς ανθρώπους, που τους θεωρούμε φρόνιμους, πιο επιφυλακτικούς, ότι θα τους ξεγελάσει και θα τους εξαπατήσει;
Πρέπει ακόμη να δούμε πως οι φιλόσοφοι, που καλλιεργούν το λόγο και τη σκέψη, έχουν λιγότερο την ανάγκη παρόμοιων κινήτρων για να συγκρατηθούν κάτω από τους περιορισμούς της ηθικής· και πως οι πολλοί, που μόνοι είναι δυνατόν να τα χρειάζονται, είναι τελείως ανίκανοι για μια τόσο καθαρή θρησκεία, όσο αυτή που παριστά τη θεότητα να μην ικανοποιείται με τίποτε στην ανθρώπινη συμπεριφορά παρά μόνο με την αρετή. ΄Ο,τι υποτίθεται ότι τους συνιστά προς τη θεότητα είναι γενικά είτε η επιφανειακή τήρηση των τύπων είτε κάποιες έξαλλες εκστάσεις ή ακόμη μια φανατική ευπιστία. Δεν έχουμε ανάγκη να ανατρέξουμε στην αρχαιότητα ή να παραπλανηθούμε σε απομακρυσμένες περιοχές για να βρούμε παραδείγματα αυτού του εκφυλισμού. Είδαμε μεταξύ μας αυτή τη φρίκη, που ήταν άγνωστη στις αιγυπτιακές και ελληνικές προλήψεις, κάποιοι να αγορεύουν ξεκάθαρα ενάντια στην ηθική και να την αναπαριστάνουν σαν μια βέβαιη στέρηση τη θείας εύνοιας, εάν η παραμικρή εμπιστοσύνη ή πεποίθηση τοποθετείται πάνω της.
Αλλά.ακόμα κι αν η πρόληψη ή ο ενθουσιασμός δεν έθεταν τους εαυτούς τους σε απ' ευθείας αντίθεση με την ηθική, η περίσπαση και μόνο της προσοχής, η δημιουργία ενός νέου και επιφανειακού είδους αρετής, η γελοία διανομή επαίνου και ψόγου που συνεπάγονται, πρέπει να έχουν τα πιο βλαβερά αποτελέσματα, και να εξασθενίζουν υπερβολικά την ανθρώπινη αφοσίωση στα φυσικά κίνητρα της δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού.
Μια παρόμοια αρχή δράσεως, ομοίως, μη όντας ένα από τα συνηθισμένα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δρα μόνο κατά διαστήματα στο χαρακτήρα και πρέπει να αφυπνίζεται με συνεχείς προσπάθειες, προκειμένου να καταστήσει το θρήσκο ζηλωτή ικανοποιημένο με την ίδια του την συμπεριφορά και να τον κάνει να ολοκληρώσει το λατρευτικό του καθήκον. Οπότε πρέπει να υποβάλλεται σε πολλές θρησκευτικές ασκήσεις με φαινομενικό ζήλο, ενώ η καρδιά εκείνη τη στιγμή αισθάνεται ψυχρή και νωθρή. Μοιραία θα αποκτήσει βαθμηδόν μια συνήθεια προσποιήσεως και ο δόλος και το ψεύδος θα γίνουν η καθιερωμένη του αρχή. Εξ αυτού ο λόγος αυτής της κοινής παρατηρήσεως ότι ο ανώτατος ζήλος στη θρησκεία και η βαθύτερη υποκρισία, μακριά από το να είναι αντιθετικά, συχνά ή κατά κανόνα είναι συνενωμένα στον ίδιο χαρακτήρα.
Τα κακά αποτελέσματα παρόμοιων συνηθειών, ακόμη και στην καθημερινή ζωή, είναι εύκολο να τα φαντασθούμε, αλλά τον ενθουσιωδη ζηλωτή, όταν θεωρεί πως διακυβεύονται τα συμφέροντα της θρησκείας, καμιά ηθικότητα δεν είναι αρκετά δυνατή για να τον περιορίσει. Η ιερότητα του σκοπού αγιάζει κάθε μέτρο, που μπορεί να αποβεί ωφέλιμο στην υποστήριξή του.
Η σταθερή προσοχή και μόνο σ' ένα τόσο σημαντικό διακύβευμα σαν αυτό της αιώνιας σωτηρίας είναι ικανή να εξαφανίσει τις φιλάγαθες διαθέσεις και να γεννήσει έναν στενό, περιεστραμμένο εγωϊσμό. Κι όταν μια τέτοια ιδιοσυγκρασία ενθαρρύνεται, εύκολα ξεφεύγει από όλες τις γενικές αρχές της ελεημοσύνης και της καλοκαγαθίας.
Τα κίνητρα της λαϊκής δεισιδαιμονίας δεν έχουν λοιπόν μεγάλη επίδραση στη γενική συμπεριφορά· κι ούτε είναι η δράση τους ευνοϊκή για την ηθική εκεί όπου υπερισχύουν.
Υπάρχει στην πολιτική πιο βέβαιη και αλάνθαστη αρχή από τούτη, ότι τόσο ο αριθμός όσο και η εξουσία των ιερέων πρέπει να περιορίζονται μέσα σε πολύ στενά περιθώρια και ότι ο πολιτικός δικαστής οφείλει για πάντα να κρατά τα fasces και τα axes του μακριά από τέτοια τόσο επικίνδυνα χέρια; Αλλά αν το πνεύμα της λαϊκής θρησκείας ήταν τόσο σωτήριο για την κοινωνία, μια αντίθετη αρχή θα έπρεπε να κατισχύει. ΄Οσο μεγαλύτερος ο αριθμός των ιερέων και όσο μεγαλύτερα η εξουσία και ο πλούτος τους, τόσο θα αυξάνει πάντοτε το θρησκευτικό αίσθημα και πνεύμα. Και αφού οι ιερείς έχουν την καθοδήγηση αυτού του πνεύματος, γιατί να μη μπορούμε να αναμένουμε μιαν ανώτερη αγιότητα ζωής και μια μεγαλύτερη καλοκαγαθία και μετριοπάθεια από ανθρώπους που έχουν διαχωρισθεί από την κοινωνία για χάρη της θρησκείας, που συνεχώς την εναποτυπώνουν πάνω σε άλλους και που πρέπει οι ίδιοι να απορροφούν ένα μεγαλύτερο μέρος σε σχέση με τους άλλους; Πώς συμβαίνει τότε στην πραγματικότητα το καλύτερο που ένας δικαστής μπορεί να προτείνει σε σχέση με τις λαϊκές θρησκείες να είναι, στο μέτρο του δυνατού, να τις καταστήσει ασφαλείς και να προλάβει τις βλαβερές επιδράσεις τους στην κοινωνία; Και μάλιστα κάθε μέσο που δοκιμάζει για να επιτύχει έναν τόσο ταπεινό σκοπό περιβάλλεται με δυσχέρειες. Εάν αποδεχθεί μόνο μια θρησκεία μεταξύ των υπηκόων του, θα πρέπει να θυσιάσει σε μιαν αβέβαιη προοπτική ησυχίας κάθε σκέψη δημόσιας ελευθερίας, επιστήμης, λογικής, επινοητικότητας κι ακόμη και την ίδια του την ανεξαρτησία. Εάν προσφέρει ανοχή σε διάφορα δόγματα, που είναι και η σοφότερη αρχή, θα πρέπει να διατηρήσει μια πολύ φιλοσοφική αδιαφορία προς όλα και με μεγάλη προσοχή να περιορίσει τις αξιώσεις του προεξάρχοντος δόγματος· διαφορετικά δεν έχει να περιμένει τίποτε άλλο από ατέλειωτες έριδες, φιλονεικίες, φατριασμούς, καταδιώξεις και κοινωνικούς τρανταγμούς.
Η αληθινή θρησκεία, το παραδέχομαι, δεν έχει τέτοια βλαβερά αποτελέσματα· αλλά οφείλουμε να εξετάζουμε τη θρησκεία όπως τη βρίσκουμε κοινώς στον κόσμο. Και δεν με απασχολεί η θεωρητική δοξασία του θεϊσμού, που ως ένα είδος φιλοσοφίας πρέπει να μετέχει από τη φύση του της ευεργετικής επιδράσεως αυτής της αρχής, αλλά που ταυτόχρονα πρέπει να βρίσκεται κάτω από μια παρόμοια δυσχέρεια, ότι μόνο σε πολύ λίγους ανθρώπους μπορεί να απευθύνεται.
Οι όρκοι απαιτούνται σ' όλα τα δικαστήρια, αλλά αμφισβητείται το αν η αυθεντία τους προέρχεται από οποιαδήποτε λαϊκή θρησκεία. ΄Ο,τι κυρίως δεσμεύει τους ανθρώπους είναι η επισημότητα και η σημασία της περιστάσεως, ο σεβασμός προς τη φήμη και η συνυπολογισμός των γενικών συμφερόντων της κοινωνίας. ΄Ορκοι των τελωνείων και πολιτικοί όρκοι χαίρουν μικρής εκτιμήσεως ακόμη κι απ' αυτούς που διεκδικούν ότι ακολουθούν τις αρχές της τιμιότητας και της θρησκείας. Και πολύ σωστά δίνουμε ίδιο βάρος στο λόγο ενός Quaker και στον όρκο όποιου άλλου προσώπου. Γνωρίζω ότι ο Πολύβιος αποδίδει τον εξευτελισμό της ελληνικής πίστεως στην επικράτηση της επικούρειας φιλοσοφίας, αλλά γνωρίζω εξίσου ότι η πίστη των Καρχηδονίων είχε μια τόσο κακή φήμη στους αρχαίους καιρούς, όσο η μαρτυρία των Ιρλανδών έχει στους νεώτερους· αν και δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με τους ίδιους λόγους αυτές τις κοινές παρατηρήσεις. Για να μην αναφέρουμε πως η ελληνική πίστη είχε κακή φήμη πριν από την εμφάνιση της επικούρειας φιλοσοφίας ήδη· και ο Ευριπίδης, σ' ένα χωρίο που θα σου υποδείξω, έριξε ένα πολύ σατιρικό βλέμμα στο έθνος του σχετικώς.
- Πρόσεχε, Φίλωνα, απάντησε ο Κλεάνθης, πρόσεχε, μη σπρώχνεις τα πράγματα πολύ μακριά· μην επιτρέπεις στο ζήλο σου ενάντια στην ψευδή θρησκεία να υποσκάπτει τη λατρεία σου για την πραγματική. Μην στερείς τον εαυτό σου από αυτή την αρχή, την πρωταρχική, τη μόνη παρηγοριά στον βίο, και το κύριο στήριγμά μας σ' όλες τις επιθέσεις της άγριας τύχης. Η πιο ευχάριστη σκέψη που μπορεί να μας υποβάλει η ανθρώπινη φαντασία είναι αυτή του γνήσιου θεϊσμού, που μας παριστά ως το τεχνούργημα ενός τελείως καλού, σοφού και πανίσχυρου ΄Οντος, που μας εδημιούργησε για την ευτυχία και που, έχοντας εμφυτεύσει εντός μας απροσμέτρητες επιθυμίες για το καλό, θα επεκτείνει την ύπαρξή μας σ' όλη την αιωνιότητα και θα μας μεταφέρει σε μιαν απέραντη ποικιλία σκηνών, προκειμένου να ικανοποιήσει αυτές τις επιθυμίες και να καταστήσει πλήρη και διαρκή την ευτυχία μας. Δίπλα σ' ένα παρόμοιο Ον (εάν επιτρέπεται η σύγκριση), η ευτυχέστερη μοίρα που μπορούμε να φανταστούμε είναι να βρισκόμαστε κάτω από την φύλαξή του και την προστασία του.
- Αυτά τα φαινόμενα, είπε ο Φίλων, είναι εξαιρετικά ελκυστικά και σαγηνευτικά και για τον πραγματικό φιλόσοφο είναι παραπάνω από φαινόμενα. Αλλά συμβαίνει εδώ ό,τι και στην προηγούμενη περίπτωση, ότι για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας τα φαινόμενα είναι απατηλά και οι τρόμοι της θρησκείας συνήθως είναι μεγαλύτεροι από την παραμυθία της.
Είναι παραδεκτό πως οι άνθρωποι ποτέ δεν προστρέχουν στη λατρεία τόσο πρόθυμα, όσο όταν είναι αποκαρδιωμένοι από τις λύπες ή καταβεβλημένοι από την ασθένεια. Δεν είναι αυτό μια απόδειξη ότι το θρησκευτικό πνεύμα δεν είναι τόσο στενά συνδεδεμένο με την χαρά όσο με τη θλίψη;
Όμως όταν θλίβονται οι άνθρωποι, βρίσκουν παρηγοριά στη θρησκεία, απάντησε ο Κλεάνθης. Μερικές φορές, είπε ο Φίλων· είναι όμως φυσικό να φαντασθούμε ότι θα σχηματίσουν όποια έννοια αυτών των αγνώστων όντων ταιριάζει στην εκάστοτε τρέχουσα σκοτεινιά και μελαγχολία της διαθέσεώς των, όταν θα καταπιαστούν με τη θεώρηση αυτών των όντων. Βρίσκουμε έτσι τις τρομακτικές εικόνες να δεσπόζουν σε όλες τις θρησκείες και μεις οι ίδιοι, αφού χρησιμοποιήσουμε τις πιο εκθειαστικές εκφράσεις στις περιγραφές της θεότητας, περιπίπτουμε στις πιο ξεκάθαρες αντιφάσεις όταν ισχυριζόμαστε πως οι κολασμένοι είναι απέραντα περισσότεροι αριθμητικά από τους εκλεκτούς.
Θα αποτολμήσω να ισχυριστώ πως ποτέ δεν υπήρξε μια λαϊκή θρησκεία που να παρουσίαζει την κατάσταση των αποχωρησασών ψυχών έτσι, που να καθιστά άξια επιλογής για το ανθρώπινο είδος την ύπαρξη μιας παρόμοιας καταστάσεως. Τέτοια λεπτά θρησκευτικά πρότυπα προκύπτουν μόνο από τη φιλοσοφία. Διότι, όπως ανάμεσα σ' αυτό που βλέπουμε και την προοπτική του μέλλοντος ο θάνατος βρίσκεται παντού, αυτό το γεγονός είναι τόσο σκανδαλιστικό στη φύση, ώστε αναπόφευκτα σκοτεινιάζει όλες τις περιοχές που βρίσκονται πέραν αυτής και υποβάλλει στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας την ιδέα του Κέρβερου και των Εριννύων, δαιμόνων και χειμάρρων πυρός και θειαφιού.
Είναι αλήθεια· τόσο ο φόβος, όσο και η ελπίδα εισέρχονται στη θρησκεία· διότι και τα δύο αυτά πάθη σε διαφορετικές στιγμές ταράζουν τον ανθρώπινο νου και το καθένα απ' αυτά σχηματίζει ένα είδος θεότητας που να του ταιριάζει. Αλλά όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ευχάριστη δάθεση, είναι πρόθυμος για εργασία ή για συντροφιά ή για όποιου τύπου διασκέδαση και φυσικότατα αφοσιώνεται σ' αυτά και δεν σκέφτεται τα περί θρησκείας. ΄Οταν είναι μελαγχολικός και απελπισμένος, δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει από το να σκέφτεται ασταμάτητα τους τρόμους του αόρατου κόσμου και να βυθίζεται ακόμα βαθύτερα στη θλίψη. Και μπορεί πράγματι να συμβεί εκεί που έχει με αυτόν τον τρόπο εγχαράξει τις θρησκευτικές δοξασίες βαθιά στη σκέψη και στη φαντασία του, να έλθει μια αλλαγή της υγείας ή των περιστάσεων, που να του ξαναφέρουν το καλό του κέφι και, διεγείροντας ευχάριστες προοπτικές για το μέλλον, να τον κάνουν να τρέξει στο άλλο άκρο της χαράς και του θριάμβου. ΄Οπως και να 'χει, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, καθώς ο φόβος είναι η πρωταρχική αρχή της θρησκείας, αυτός την δεσπόζει και δεν της επιτρέπει παρά μόνο μικρά διαλείμματα χαράς.
Για να μην αναφέρουμε το γεγονός ότι αυτοί οι παροξυσμοί υπερβολικής, ενθουσιαστικής χαράς εξαντλώντας το πνεύμα προετοιμάζουν πάντοτε την οδό για ίσους παροξυσμούς δεισιδαιμονικού φόβου και απελπισίας· κι ούτε υπάρχει μια τόσο ευτυχισμένη κατάσταση του πνεύματος όσο αυτή που είναι ήρεμη και σταθερή. Αλλ' είναι αδύνατο να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση όπου ο άνθρωπος νομίζει ότι βρίσκεται σ' ένα τόσο βαθύ σκότος και αβεβαιότητα, ανάμεσα σε μια αιωνιότητα ευτυχίας και μια αιωνιότητα δυστυχίας. Δεν είναι εκπληκτικό το ότι μια παρόμοια γνώμη αποσυνδέει το κανονικό πλαίσιο του νου και τον ρίχνει στην έσχατη σύγχυση. Και, παρότι αυτή η γνώμη είναι σπάνια τόσο σταθερή στη λειτουργία της ώστε να επηρεάζει όλες τις πράξεις, είναι ωστόσο ικανή να τσακίσει την ιδιοσυγκρασία και να προκαλέσει αυτή την τόσο χαρακτηριστική όλων των θρήσκων ανθρώπων σκοτεινιά και μελαγχολία.
Είναι αντίθετο στον κοινό νου να έχει κανείς φόβους ή τρόμους για μια γνώμη ή να φαντάζεται πως διατρέχουμε κάποιον κίνδυνο του λοιπού από την πλήρως ελεύθερη χρήση του λογικού μας. ΄Ενα παρόμοιο σύστημα προϋποθέτει εξίσου έναν παραλογισμό και μιαν ασυνέπεια. Είναι παραλογισμός να πιστεύει κανείς πως η θεότητα έχει ανθρώπινα πάθη, και μάλιστα ένα από τα πιο χαμηλά ανθρώπινα πάθη, μια αεικίνητη όρεξη για χειροκροτήματα. Είναι ασυνεπές να πιστεύει κανείς ότι αφού η θεότητα έχει αυτό το ανθρώπινο πάθος, δεν έχει επίσης και άλλα πάθη και, ειδικότερα, μια περιφρόνηση προς τις γνώμες όντων τόσο πολύ κατωτέρων της.
Να γνωρίζεις το θεό, λέγει ο Σενέκας, είναι ήδη μια πράξη λατρείας. Κάθε άλλη λατρεία είναι πράγματι παράλογη, δεισιδαίμων, ακόμη και ασεβής. Γιατί καταβιβάζει το θεό στο χαμηλό επίπεδο των ανθρώπων, που ευφραίνονται με ικεσίες, παρακλήσεις, δώρα και κολακεία. Κι ωστόσο είναι αυτή η ασέβεια το μικρότερο πράγμα για το οποίο κρίνεται ένοχη αυτή η δεισιδαιμονία. Γιατί καταβιβάζει τη θεότητα πολύ χαμηλότερα από το επίπεδο της ανθρωπότητας και παρουσιάζει το θεό σαν ένα ιδιότροπο δαίμονα, που ασκεί την εξουσία του χωρίς λογική και χωρίς ανθρωπισμό! Κι αν ήταν αυτό το θείο Ον διατεθειμένο να θιχτεί από τις ατέλειες και τις αφροσύνες των μωρών θνητών, που είναι δικό του τεχνούργημα, ασφαλώς δεν θα τα πήγαινε και πολύ καλά με τους θιασώτες των πιο κοινών προλήψεων. Ούτε θα άξιζε άνθρωπος την εύνοιά του, εκτός από κυριολεκτικά ελάχιστους, τους φιλοσοφικούς θεϊστές, που διατηρούν ή μάλλον προσπαθούν να διατηρήσουν πράγματι ταιριαστές απόψεις των θείων του τελειοτήτων! ΄Οπως τα μόνα πρόσωπα που θα δικαιούνταν τη συμπόνοια και την επιείκειά του θα ήταν οι φιλοσοφικοί σκεπτικιστές, μια εξίσου σπάνια αίρεση, οι οποίοι, από μια φυσική δυσπιστία προς τη δική τους δυνατότητα, αναστέλλουν ή επιχειρούν να αναστείλουν κάθε κρίση που να αφορά τέτοια υψηλά και εξαιρετικά θέματα.
Εάν το σύνολο της φυσικής θεολοογίας, όπως φαίνεται ότι μερικοί άνθρωποι υποστηρίζουν, στρέφεται γύρω από μια απλή, αν και κάπως διφορούμενη, ή τουλάχιστον αόριστη πρόταση, ότι οι αιτίες της τάξεως στο Σύμπαν φέρουν πιθανώς κάποια απομακρυσμένη αναλογία προς την ανθρώπινη διάνοια, εάν αυτή η πρόταση δεν επιδέχεται περαιτέρω επέκταση, παραλλαγή ή ειδικότερη ερμηνεία, εάν δεν προσφέρει κανένα συμπέρασμα που να επιδρά στην ανθρώπινη ζωή ή να μπορεί να είναι η πηγή οποιασδήποτε πράξεως ή μακροθυμίας και αν η αναλογία, όσο ατελής και αν είναι, δεν μπορεί να συνεχιστεί πέρα από την ανθρώπινη διάνοια και δεν είναι δυνατό να μεταφερθεί με οποιοδήποτε ποσοστό πιθανότητας, στις άλλες ιδιότητες του πνεύματος· εάν τούτο πράγματι συμβαίνει, τί μπορεί να κάνει ο πιο φιλέρευνος, στοχαστικός και θρησκευόμενος άνθρωπος περισσότερο από το να δώσει μια καθαρή, φιλοσοφική κατάφαση στο αίτημα, κάθε φορά που το συναντά, και να πιστεύει ότι τα επιχειρήματα, πάνω στα οποία είναι βασισμένο ξεπερνούν τις αντιρρήσεις εναντίον του; Κάποια έκπληξη θα προκύψει φυσικά από το μεγάλο μέγεθος του αντικειμένου, κάποια μελαγχολία από τη σκοτεινότητά του· κάποια περιφρόνηση για τον ανθρώπινο λόγο, που δεν μπορεί να δώσει μια πιο ικανοποιητική λύση σε σχέση με ένα τόσο σπουδαίο και θαυμάσιο ερώτημα. Αλλά, πίστεψέ με Κλεάνθη, το φυσικότερο συναίσθημα που ένα ευνοϊκά τοποθετημένο μυαλό θα αισθανθεί σ' αυτή την περίπτωση είναι μια ανυπόμονη επιθυμία και αναμονή, να ευαρεστηθεί ο ουρανός και να διαλύσει ή τουλάχιστο να ανακουφίσει κάπως αυτή τη βαθειά άγνοια, προσφέροντας κάποια ειδικότερη αποκάλυψη στην ανθρωπότητα και αποκαλύπτοντας τη φύση, τις ιδιότητες και τις ενέργειες του θείου αντικειμένου της πίστεώς μας. ΄Ενα πρόσωπο, που έχει ωριμάσει με μια σωστή αίσθηση των ατελειών του φυσικού λόγου, θα προστρέξει στην εξ αποκαλύψεως αλήθεια με τη μεγαλύτερη απληστία· ενώ ο υπερήφανος δογματιστής, πεπεισμένος πως μπορεί να ανεγείρει ένα πλήρες θεολογικό σύστημα με μόνη τη βοήθεια της φιλοσοφίας, περιφρονεί οποιαδήποτε άλλη βοήθεια και απορρίπτει αυτό τον επείσακτο καθοδηγητή. Το να είσαι ένας φιλοσοφικός σκεπτικιστής είναι για έναν άνθρωπο των γραμμάτων το πρώτο και ουσιαστικότερο βήμα για να γίνει ένας σωστός, ευλαβής χριστιανός, μια πρόταση που ευχαρίστως θα συνιστούσα στην προσοχή του Παμφίλου. Και ελπίζω πως ο Κλεάνθης θα μου συγχωρήσει το ότι παρεισέφρησα τόσο σ' ό,τι αφορά την εκπαίδευση και την αγωγή του μαθητή του.
Ο Κλεάνθης και ο Φίλων δεν συνέχισαν πολύ αυτή τη συζήτηση· και μια που τίποτε δεν μου έκανε ποτέ μεγαλύτερη εντύπωση απ' όλους εκείνους τους διαλογισμούς αυτής της ημέρας, ομολογώ ότι, μετά από μια σοβαρή ανακεφαλαίωση του συνόλου, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως οι αρχές του Φίλωνος είναι πιθανότερες απ' αυτές του Δημέα, αλλά πως αυτές του Κλεάνθη πλησιάζουν ακόμη περισσότερο στην αλήθεια.

ΤΕΛΟΣ
 
Μετάφραση: Σπύρος Γεωργαντάς
Διαβάστε επίσης: Ντέιβιντ Χιουμ 
Πηγή: Βικιθήκη

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου